— Ακριβώς. Αυτά εδώ είναι που χρειάζεστε, — είπε, σπρώχνοντας τον φάκελο προς το μέρος της. — Επικυρωμένα αντίγραφα. Και αυτό, — πρόσθεσε, ακουμπώντας δίπλα ένα ακόμη έγγραφο, — είναι το πιστοποιητικό από το Κτηματολόγιο. Ιδιοκτήτρια εμφανίζεστε εσείς. Δεν υπάρχει καμία επιβάρυνση, καμία δέσμευση.
Η Αριάδνη πήρε τον φάκελο στα χέρια της. Τον κράτησε για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να ζύγιζε όχι χαρτιά, αλλά την ίδια της την ασφάλεια. Κάτι μέσα της, μια ένταση που είχε μαζευτεί καιρό, χαλάρωσε ανεπαίσθητα.
Βγαίνοντας στον δρόμο, στάθηκε στα σκαλιά. Έβγαλε το κινητό από την τσάντα, άνοιξε τις επαφές και βρήκε το όνομα «Νίκος Ρήγας». Το κοίταξε για λίγο. Ύστερα έκλεισε την οθόνη και ξανάβαλε το τηλέφωνο στη θέση του. Όχι ακόμη. Πριν μιλήσει μαζί του, έπρεπε να επιβεβαιώσει κάτι.
Γιατί η Αφροδίτη Παναγιωτοπούλου δεν είχε πάρει τα έγγραφα έτσι, τυχαία. Αυτό η Αριάδνη το ήξερε πια με βεβαιότητα. Τις τελευταίες τρεις εβδομάδες είχαν συμβεί μικρά πράγματα που, αν τα έβλεπε κανείς χωριστά, ίσως να μην σήμαιναν τίποτα. Μα όλα μαζί σχημάτιζαν κάτι ανησυχητικό. Ένα τηλεφώνημα που η πεθερά της το έκλεισε απότομα μόλις η Αριάδνη πέρασε το κατώφλι του δωματίου. Η επίσκεψη ενός άγνωστου άντρα, τον οποίο η Αφροδίτη παρουσίασε αόριστα ως «γνωστό από τη δουλειά». Και εκείνη η περίεργη ερώτηση της προηγούμενης εβδομάδας, ειπωμένη δήθεν αδιάφορα, ανάμεσα σε δύο κουβέντες:
— Αριάδνη, αν κάποιος θελήσει να πουλήσει ένα διαμέρισμα, παίρνει πολύ καιρό όλη η διαδικασία;
Τότε δεν της είχε δώσει σημασία. Τώρα όμως της έδινε.
Τον άντρα τον έλεγαν Αριστοτέλη Γεωργιάδη, και η Αριάδνη τον εντόπισε μέσα σε είκοσι λεπτά.
Όχι επειδή διέθετε ιδιαίτερες ικανότητες ερευνήτριας. Απλώς, το 2026, αρκούσε να ανοίξεις δύο-τρεις διαδικτυακές υπηρεσίες, να πληκτρολογήσεις ένα όνομα και έναν αριθμό τηλεφώνου. Τον αριθμό τον είχε δει τρεις μέρες νωρίτερα στην οθόνη του κινητού της πεθεράς της. Εντελώς συμπτωματικά. Η Αφροδίτη είχε αφήσει το τηλέφωνο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, με την οθόνη προς τα πάνω, και είχε πάει να πάρει την τσάντα της. Η Αριάδνη απλώς το πρόσεξε. Και το απομνημόνευσε. Για κάθε ενδεχόμενο.
Αριστοτέλης Γεωργιάδης. Μεσιτικό γραφείο «Νέα Διεύθυνση». Ειδίκευση: άμεση αγορά και μεταβίβαση ακινήτων. Η ιστοσελίδα του γραφείου ήταν φτηνή, γυαλιστερή και υπερβολικά χαρούμενη: φωτογραφίες με ανθρώπους που χαμογελούσαν, υποσχέσεις για «γρήγορες λύσεις, συμφέρουσες τιμές, χωρίς περιττές ερωτήσεις».
Το «χωρίς περιττές ερωτήσεις» ήταν αυτό που εκτίμησε περισσότερο η Αριάδνη.
Έμεινε για λίγο ακίνητη στο πεζοδρόμιο, κοιτώντας την οθόνη του κινητού της. Μέσα της ανέβαινε κάτι ψυχρό και ταυτόχρονα παράξενα ήρεμο. Δεν ήταν θυμός· τον θυμό τον είχε ήδη εξαντλήσει μέσα σε εκείνες τις τρεις εβδομάδες. Ήταν κάτι άλλο. Μια συγκέντρωση. Μια εσωτερική τάξη.
Στο σπίτι γύρισε προς το βράδυ.
Η Αφροδίτη Παναγιωτοπούλου είχε ήδη προλάβει να ετοιμάσει φαγητό. Ήταν η αγαπημένη της τακτική: το πρωί να κάνει τη ζημιά και το βράδυ να στρώνει τραπέζι, παριστάνοντας πως όλα βρίσκονταν στη θέση τους. Τα πιάτα ήταν βαλμένα, τα κουτάλια τακτοποιημένα, κι εκείνη καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού με ύφος ανθρώπου που είχε διαλέξει τη θέση του επίτηδες.
Ο Νίκος Ρήγας έτρωγε ήδη. Αμίλητος, σκυμμένος πάνω από το πιάτο του, με μια προσήλωση που έμοιαζε σχεδόν επιτηδευμένη.
— Κάθισε να φας, — είπε η Αφροδίτη στην Αριάδνη, με εκείνον τον τόνο που χρησιμοποιεί κανείς σε υπηρέτρια την οποία μόλις αποφάσισε να συγχωρήσει.
— Ευχαριστώ, — απάντησε η Αριάδνη και κάθισε. Γέμισε το ποτήρι της με νερό. — Αφροδίτη Παναγιωτοπούλου, σήμερα πήγα στον συμβολαιογράφο.
Η παύση κράτησε ελάχιστα. Αλλά υπήρξε.
— Και γιατί πάλι; — ρώτησε η πεθερά της, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από το πιάτο.
— Πήρα επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων του διαμερίσματος. — Η Αριάδνη άφησε αργά το ποτήρι στο τραπέζι. — Και πιστοποιητικό από το Κτηματολόγιο. Για να είμαι καλυμμένη.
Η Αφροδίτη τότε σήκωσε επιτέλους τα μάτια της. Κάτι πέρασε από το βλέμμα της, γρήγορο και αιχμηρό, μα χάθηκε αμέσως πίσω από την παλιά, γνώριμη έκφραση κουρασμένης υπεροχής.
— Και τι τα θέλεις όλα αυτά; — είπε. — Ποιος απειλεί το πολύτιμο διαμέρισμά σου;
— Κανείς, — συμφώνησε ήσυχα η Αριάδνη. — Προς το παρόν.
Ο Νίκος σήκωσε το κεφάλι. Για πρώτη φορά από την αρχή του δείπνου.
Εκείνη τη νύχτα η Αριάδνη δεν κοιμήθηκε.
Έμεινε ξαπλωμένη, ακούγοντας την ανάσα του Νίκου δίπλα της. Ήταν σταθερή, ήρεμη, η αναπνοή ανθρώπου που δεν έχει λόγο να μένει άγρυπνος. Ίσως και να μην είχε. Ίσως να μη γνώριζε τίποτα για τον Αριστοτέλη Γεωργιάδη. Ή μήπως γνώριζε; Αυτό ήταν το ερώτημα που η Αριάδνη δεν μπορούσε ακόμη να απαντήσει. Ότι ο Νίκος ήταν αδύναμος, το είχε καταλάβει από καιρό. Αλλά η αδυναμία και η μικρότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ήθελε να πιστεύει πως δεν είναι.
Το πρωί σηκώθηκε πριν από όλους, ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι.
Το γραφείο της «Νέας Διεύθυνσης» βρισκόταν στην οδό Σταδίου: μια συνηθισμένη πόρτα ανάμεσα σε ένα φαρμακείο και ένα κατάστημα κινητής τηλεφωνίας, με μια μικρή ταμπέλα δίπλα στην είσοδο. Η Αριάδνη μπήκε χωρίς να τηλεφωνήσει προηγουμένως.
Ο Αριστοτέλης Γεωργιάδης ήταν ακριβώς όπως τον είχε φανταστεί. Γύρω στα πενήντα πέντε, γεροδεμένος, με χαμόγελο ανθρώπου συνηθισμένου να κερδίζει την εμπιστοσύνη αγνώστων. Καλό κοστούμι. Μεγάλο ρολόι. Και μια χειραψία που προσπάθησε να της προσφέρει μόλις εκείνη συστήθηκε.
— Αριάδνη Χατζηκωνσταντίνου; — είπε. Ήταν φανερό πως δεν περίμενε να τη δει εκεί· το πρόδωσε εκείνη η ελάχιστη παύση, όπως και η στιγμιαία αλλαγή στο πρόσωπό του. — Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
— Νομίζω πως μπορείτε να το φανταστείτε, — απάντησε και κάθισε απέναντί του, χωρίς να περιμένει πρόσκληση. — Γνωρίζετε την Αφροδίτη Παναγιωτοπούλου;
— Συνεργάζομαι με πολλούς ανθρώπους, κυρία μου…
— Κύριε Γεωργιάδη. — Η φωνή της Αριάδνης παρέμεινε ήρεμη, χωρίς ένταση. — Δεν είμαι από την αστυνομία και δεν ήρθα για να κάνω σκηνή. Ήρθα μόνο για να σας πω κάτι ουσιώδες, ώστε να ξέρετε με ποια υπόθεση έχετε να κάνετε. Το διαμέρισμα στην οδό Κηφισίας 17, αριθμός 22, είναι δική μου ιδιοκτησία. Είναι γραμμένο στο όνομά μου. Και για οποιαδήποτε πράξη υπάρχει ένας αδιαπραγμάτευτος όρος.
