«Άνοιξε αμέσως, ηλίθια!» φωνάζει ο Νίκος, χτυπώντας μανιασμένα την πόρτα στις πέντε το πρωί καθώς η πεθερά εισβάλλει στο σπίτι μας

Η ζωή εδώ έγινε απελπιστικά άδικη και δηλητηριώδης.
Ιστορίες

Και ύστερα, κάποια στιγμή, σου αφαιρούν και το νεύρο, ώστε να πάψει ο πόνος να κυβερνά κάθε σου ανάσα.

Στις εννέα το πρωί βρισκόμουν ήδη στο γραφείο του δικηγόρου. Δεν πήγα τρέμοντας, ούτε με εκείνη την παλιά συνήθεια να απολογούμαι πριν ακόμη με ρωτήσει κανείς. Κάθισα απέναντί του, του εξήγησα όσα έπρεπε να εξηγηθούν και άφησα τα γεγονότα να μπουν επιτέλους σε σειρά, ψυχρά, καθαρά, πάνω στο χαρτί.

Στις δέκα ήμουν στα επείγοντα. Ο γιατρός που με εξέτασε ήταν ηλικιωμένος, με κουρασμένα μάτια ανθρώπου που είχε δει πολλά και δεν εκπλησσόταν πια εύκολα. Όταν σήκωσα το μανίκι και φάνηκαν πάνω στο χέρι μου τα μελανιασμένα αποτυπώματα από δάχτυλα, εκείνος δεν είπε τίποτα. Μόνο αναστέναξε βαριά, σαν να ήξερε ολόκληρη την ιστορία χωρίς να χρειαστεί να την ακούσει. Ύστερα πήρε το στυλό του και συμπλήρωσε σιωπηλά τα απαραίτητα έγγραφα.

Το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ο αριθμός ήταν άγνωστος. Αν δεν περίμενα κλήση από τον κούριερ, δεν θα το σήκωνα ποτέ. Όμως απάντησα.

— Μαρία Κωνσταντίνου, — ακούστηκε η φωνή της Αναστασίας Δημητρίου, γλυκερή, κολλώδης, σαν ζάχαρη που σου μένει στα δάχτυλα, — τι είναι αυτά που κάνεις; Ο Νίκος Παπαδόπουλος είναι χάλια, στενοχωριέται. Έλα να μιλήσουμε σαν άνθρωποι, ήρεμα. Εντάξει, τσακωθήκατε. Σε ποιο σπίτι δεν γίνονται καβγάδες; Αλλά να αλλάξεις και τις κλειδαριές; Γιατί τόση υπερβολή; Δηλαδή τώρα γίναμε ξένοι;

Την άκουγα και περίμενα να νιώσω εκείνο το παλιό σφίξιμο στο στομάχι. Περίμενα να αρχίσουν τα χέρια μου να τρέμουν, να με πλημμυρίσει η ενοχή, να ψάξω αυθόρμητα δικαιολογίες, όπως έκανα πάντα. Δεν συνέβη τίποτα από όλα αυτά.

Μέσα μου υπήρχε μια περίεργη ακινησία. Όχι παγωμάρα. Δύναμη. Σαν να είχα ριζώσει βαθιά στο έδαφος και κανένας άνεμος, όσο δυνατά κι αν φυσούσε, δεν μπορούσε πια να με ξεριζώσει.

— Αναστασία Δημητρίου, — είπα ήρεμα, χωρίς να υψώσω τη φωνή μου, — έχετε δίκιο σε ένα πράγμα. Από σήμερα είστε πραγματικά ξένοι για μένα. Και σας παρακαλώ, μην ξανατηλεφωνήσετε.

Δεν περίμενα απάντηση. Έκλεισα την κλήση και αμέσως απέκλεισα τον αριθμό.

Έμεινα για λίγο ακίνητη, κρατώντας ακόμη το κινητό στο χέρι. Το διαμέρισμα γύρω μου ήταν ήσυχο. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, οι τοίχοι δεν κρατούσαν μέσα τους ξένες φωνές, πικρόχολα σχόλια, απαιτήσεις, φόβο. Ο αέρας δεν μύριζε πια έλεγχο, ούτε καταπίεση, ούτε την ανάγκη να προσέχω κάθε μου λέξη.

Εκεί, μέσα σε εκείνο το σπίτι που επιτέλους μου ανήκε ξανά, άρχιζε κάτι καινούργιο.

Μια ζωή ήσυχη.

Ελεύθερη.

Δική μου.

Ψίθυροι Ζωής