“Θα αδειάσεις το σπίτι στο χωριό” ανακοίνωσε η πεθερά της, αφήνοντας τη Δήμητρα άφωνη στην αυλή

Άδικο, κυνικά αποφασισμένο να ξεριζώσει αναμνήσεις.
Ιστορίες

και έσπευσε να συνεχίσει, σαν να φοβόταν μήπως η παύση χαλάσει το σχέδιο που είχε ήδη στήσει στο μυαλό της.

— Η Σοφία Μακρής είναι σε πολύ δύσκολη θέση. Γυρίζει με δυο παιδιά από νοικιασμένο δωμάτιο σε νοικιασμένο δωμάτιο. Ο άντρας της λείπει συνέχεια για δουλειές, βοήθεια από εκείνον δεν βλέπει σχεδόν καμία. Εδώ, όμως, όλα είναι έτοιμα. Το σπίτι μένει κλειστό τον περισσότερο καιρό. Κι εσύ, έτσι κι αλλιώς, έρχεσαι μόνο πού και πού. Κρίμα είναι να κάθεται τέτοιο πράγμα ανεκμετάλλευτο.

Η Δήμητρα γύρισε αργά το βλέμμα της προς τον άντρα της.

— Κώστα;

Ο Κώστας Σολομωνίδης ξερόβηξε, πέρασε τα δάχτυλα πάνω από τη ράχη της μύτης του και μίλησε με ύφος ανθρώπου που δεν ζητούσε να εγκατασταθούν ξένοι στο σπίτι της γυναίκας του, αλλά να μετακινήσουν δυο σακιά χώμα κάτω από το υπόστεγο.

— Δήμητρα, μη φουντώνεις αμέσως. Άκου πρώτα. Η μαμά δεν λέει κάτι παράλογο. Το σπίτι, αντικειμενικά, είναι άδειο τον περισσότερο καιρό. Η Σοφία έχει παιδιά, χρειάζονται αέρα, αυλή, λίγο χώρο. Θα έμεναν για ένα διάστημα, θα πρόσεχαν και το κτήμα. Στο κάτω κάτω, θα σου έβγαινε και σε καλό.

Η Δήμητρα έσπρωξε την κούπα της πιο πέρα. Το πήλινο χείλος έγδαρε ελαφρά την επιφάνεια του τραπεζιού.

— Ποια είναι η Σοφία Μακρής; ρώτησε.

— Κόρη της ξαδέρφης μου, απάντησε βιαστικά η πεθερά της. Δεν είναι ξένοι άνθρωποι.

— Για εσάς ίσως όχι. Για μένα είναι.

— Μα τώρα κι εσύ… έκανε η Αγγελική Βενιζέλος, στραβώνοντας τα χείλη. Συγγένεια είναι αυτή.

Η Δήμητρα σηκώθηκε. Όχι απότομα, ούτε θεατρικά. Απλώς άφησε την καρέκλα, πήγε ως το παράθυρο και κοίταξε την αυλή, εκεί όπου ήταν ακουμπισμένο ένα καφάσι με φυτά που είχε βγάλει από το θερμοκήπιο. Ένιωθε το πρόσωπό της να βαραίνει, σαν να μαζευόταν μέσα του όλη η ένταση, και ήξερε πως αν μιλούσε λίγο ακόμη, η φωνή της θα γινόταν κοφτερή. Δεν την τρόμαζε αυτό. Υπάρχουν στιγμές που μόνο έτσι καταλαβαίνουν οι άνθρωποι μέχρι πού μπορούν να φτάσουν.

— Ας το ξεκαθαρίσουμε, είπε χωρίς να γυρίσει. Ποιος κάλεσε κάποιον να μείνει στο δικό μου σπίτι;

Πίσω της απλώθηκε μια σύντομη, άβολη σιωπή.

— Ε… το συζητήσαμε, είπε η Αγγελική, αυτή τη φορά με λιγότερη σιγουριά. Με τον Κώστα. Άντρας σου είναι, δεν γίνεται να μην έχει λόγο.

Η Δήμητρα στράφηκε προς το μέρος τους.

— Δεν ρώτησα με ποιον το συζητήσατε. Ρώτησα ποιος έδωσε πρόσκληση.

Ο Κώστας σήκωσε επιτέλους το κεφάλι, αλλά τα μάτια του δεν τόλμησαν να σταθούν στα δικά της.

— Είπα στη μαμά ότι μπορούμε να το σκεφτούμε, μουρμούρισε. Μόνο να το σκεφτούμε, Δήμητρα. Χωρίς φασαρίες.

— Χωρίς φασαρίες; επανέλαβε εκείνη. Ήρθατε στο σπίτι που κληρονόμησα, κοιτάξατε αυλή, δωμάτια, αποθήκη, λουτρό, κουβεντιάσατε πού θα μπουν τα κρεβάτια των ξένων, και η μητέρα σου μιλά ήδη για μετακόμιση. Αυτό το λες «να το σκεφτούμε»;

Η Αγγελική Βενιζέλος μαζεύτηκε αισθητά. Η σιγουριά της οικοδέσποινας που είχε φορέσει μπαίνοντας είχε αρχίσει να ραγίζει, παρ’ όλα αυτά προσπαθούσε ακόμη να κρατήσει τα προσχήματα.

— Και τι έγινε δηλαδή; Ανθρώπινα το είπα. Δεν πετάμε κανέναν στον δρόμο. Ίσα ίσα, το σπίτι θα έχει μάτι πάνω του. Έρχεται κανείς εδώ τον χειμώνα; Όχι. Ενώ έτσι θα υπήρχαν άνθρωποι, θα άναβαν τη σόμπα, θα καθάριζαν τα χιόνια, θα πρόσεχαν την αυλή.

— Τη δική μου αυλή; Η Δήμητρα έγειρε ελαφρά το κεφάλι. Και με ποιο δικαίωμα;

— Με το δικαίωμα ότι οι άνθρωποι περνούν δυσκολία.

— Η μισή Ελλάδα περνά δυσκολία. Αυτό δεν σημαίνει πως μπορεί να μπαίνει ο καθένας σε ξένο σπίτι και να μοιράζει δωμάτια την ώρα που η ιδιοκτήτρια πλένει κούπες στην κουζίνα.

Ο Κώστας τίναξε νευρικά τον ώμο του.

— Μη μιλάς έτσι στη μάνα μου.

— Και πώς να μιλήσω; Να κάθομαι να σας ακούω να κανονίζετε την περιουσία μου οι δυο σας και να κουνάω καταφατικά το κεφάλι;

— Πάλι η περιουσία σου, είπε εκείνος εκνευρισμένος. Οικογένεια είμαστε.

Η ματιά που του έριξε η Δήμητρα τον έκοψε στη μέση της φράσης. Δεν άντεχε όταν κάποιος χρησιμοποιούσε τη λέξη «οικογένεια» για να σκεπάσει την αναίδειά του.

— Ακριβώς επειδή είσαι ο άντρας μου, εσύ έπρεπε να είχες πει πρώτος στη μητέρα σου: «Όχι, χωρίς τη Δήμητρα δεν αποφασίζεται τίποτα». Αντί γι’ αυτό, την έφερες εδώ να της δείξεις το σπίτι.

Η Αγγελική αναστέναξε δυνατά και προσπάθησε να ξαναπεράσει στην επίθεση.

— Μα γιατί τα κάνεις τόσο δύσκολα; Δεν θα έμεναν για πάντα οι άνθρωποι. Προσωρινά. Το φθινόπωρο, αν θέλουν, βρίσκουν κάτι άλλο. Ή μπορεί ως τότε να έχει στρώσει η ζωή τους. Κι εσύ μιλάς λες και πρόκειται για παλάτι.

— Δεν μιλάω για παλάτι. Μιλάω για το σπίτι μου. Για ένα σπίτι που μου άφησε η θεία μου, που το πέρασα στο όνομά μου, το επισκεύασα και το συντηρώ εγώ. Και κανένας δεν θα εγκατασταθεί εδώ μόνο και μόνο επειδή αυτό βολεύει εσάς.

— Δηλαδή δεν θέλεις να βοηθήσεις; ρώτησε η πεθερά της, μισοκλείνοντας τα μάτια.

— Το αν θέλω ή δεν θέλω δεν είναι δικό σας θέμα. Εσείς δεν ήρθατε να ζητήσετε. Ήρθατε να διατάξετε.

Ο Κώστας πετάχτηκε όρθιος.

— Δήμητρα, ας ηρεμήσουμε. Εντάξει, η μαμά το είπε άκομψα. Μπορούμε όμως να το συζητήσουμε σαν άνθρωποι.

— Η συζήτηση έπρεπε να γίνει πριν αρχίσει να διαλέγει δωμάτιο για τα παιδιά.

Η Αγγελική ξεφύσηξε περιφρονητικά.

— Πω πω, ευαισθησίες. Από μια κουβέντα πιάστηκες.

— Δεν πιάστηκα από τις λέξεις. Πιάστηκα από αυτό που κρύβουν.

Η Δήμητρα πήγε στην κρεμάστρα, κατέβασε από το καρφί μια αρμαθιά κλειδιά και την άφησε πάνω στο τραπέζι, μπροστά στον άντρα της.

— Αυτά είναι τα κλειδιά που είχες «για ώρα ανάγκης», σωστά;

Ο Κώστας έγνεψε.

— Δώσ’ μου και το δικό σου.

— Τώρα;

— Ναι. Τώρα.

Έβγαλε από την τσέπη του ένα κλειδί και το άφησε δίπλα στα υπόλοιπα χωρίς λέξη. Το μέταλλο χτύπησε ξερά πάνω στο ξύλο. Η Δήμητρα μάζεψε και τις δύο αρμαθιές στην παλάμη της και συνέχισε πια με φωνή ήρεμη, σχεδόν ψυχρή, απαλλαγμένη από κάθε περιττή έξαρση.

— Σήμερα θα φάτε και θα φύγετε. Από εδώ και πέρα, κανείς δεν έρχεται χωρίς να τηλεφωνήσει πρώτα. Δεν κάλεσα κανέναν να δει το σπίτι. Δεν έδωσα άδεια σε κανέναν να μείνει εδώ. Αν κάποιος από τους συγγενείς σας έχει ήδη φανταστεί ότι μπορεί να μετακομίσει, να του πείτε ξεκάθαρα: όχι.

— Κοίτα να δεις, μας προέκυψε και κυρά του σπιτιού, πέταξε μέσα από τα δόντια της η Αγγελική.

— Ναι. Κυρά του σπιτιού. Ακριβώς αυτό.

Ύστερα από αυτή την απάντηση, η κουβέντα έχασε οριστικά τον προηγούμενο αέρα της. Η πεθερά της δεν μιλούσε πια για ευρύχωρα δωμάτια. Ο Κώστας δεν προσποιούνταν ότι το ζήτημα θα ξεφούσκωνε μόνο του αν όλοι έκαναν πως δεν συνέβαινε τίποτα. Εξακολουθούσαν να κάθονται στην κουζίνα της, όμως η βεβαιότητα με την οποία είχαν μπει σε εκείνο το σπίτι είχε εξαφανιστεί.

Το φαγητό κύλησε βαριά, σαν υποχρέωση. Η Αγγελική προσπάθησε δυο φορές να ανοίξει κουβέντα για τον καιρό και για τα φυτά, μα μπερδευόταν μόνη της, έχανε το νήμα και σώπαινε. Ο Κώστας μασούσε σκυφτός, χωρίς σχεδόν να σηκώνει τα μάτια. Η Δήμητρα μάζεψε τα πιάτα, πήγε τα αποφάγια στις κότες, και όταν επέστρεψε, βρήκε την πεθερά της ήδη στο χολ, να ισιώνει νευρικά τα μανίκια του μπουφάν της.

— Λέμε να ξεκινήσουμε, είπε. Θα μας πιάσει αργά.

«Καλό δρόμο και να μη μας γράφετε», δεν είπε η Δήμητρα. Μόνο έγνεψε και άνοιξε την πόρτα.

Όταν το αυτοκίνητο χάθηκε πίσω από τη στροφή, έμεινε για ώρα όρθια δίπλα στην καγκελόπορτα. Ο αέρας μύριζε βρεγμένο χώμα και καπνό από τη σόμπα του γείτονα. Η μέρα ήταν η ίδια, το οικόπεδο το ίδιο, το σπίτι το ίδιο, κι όμως κάτι μέσα της είχε μετακινηθεί. Όχι επειδή η Αγγελική Βενιζέλος είχε ξεστομίσει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε· σε τέτοιες συμπεριφορές η Δήμητρα είχε από καιρό συνηθίσει. Το αληθινά βαρύ ήταν άλλο: ο Κώστας τα γνώριζε όλα. Και όχι μόνο τα γνώριζε. Είχε πάρει μέρος.

Ως το βράδυ γύρισε ξανά όλο το σπίτι. Έκλεισε παράθυρα, έλεγξε την αποθήκη, κοίταξε και το λουτρό. Στο πάνω ράφι του ντουλαπιού, εκεί όπου σπάνια έβαζε χέρι, ανακάλυψε κουτιά τακτοποιημένα με παιδικά πιατάκια και ποτηράκια, που η θεία Φωτεινή Παύλου φύλαγε κάποτε για το κοριτσάκι της γειτόνισσας.

Ψίθυροι Ζωής