Από το ταψί, όταν έβγαζα την πίτα από τον φούρνο. Δώδεκα χρόνια. Ενενήντα έξι τραπέζια. Δεκατέσσερις ώρες για το καθένα. Χίλιες τριακόσιες σαράντα τέσσερις ώρες. Πενήντα έξι ολόκληρα εικοσιτετράωρα είχα αφήσει σε αυτή την κουζίνα, για τους δικούς του καλεσμένους.
Και ούτε ένα πιάτο δεν είχε πλύνει εκείνος.
Τα δάχτυλά μου έκλεισαν σε γροθιά. Κάτι μέσα μου μετακινήθηκε. Δεν έσπασε· απλώς σύρθηκε από τη θέση του, σαν σύρτης που επιτέλους τραβήχτηκε.
Έκλεισα το μάτι της κουζίνας. Έβγαλα την ποδιά, τη δίπλωσα προσεκτικά και την ακούμπησα στο τραπέζι, δίπλα στο μισοκομμένο λεμόνι.
Ύστερα μπήκα στο σαλόνι.
Τριάντα άνθρωποι κάθονταν γύρω από το μακρύ τραπέζι. Ο Ανδρέας Καραγιάννης στην κεφαλή. Δεξιά του η Παρασκευή Θεοδώρου, με κόκκινο φόρεμα και ποτήρι σαμπάνιας στο χέρι. Ο Μάκης Δημόπουλος μασούσε ένα πιτάκι. Κάποια σύζυγος ίσιωνε τις γιρλάντες στο δέντρο.
— Ανδρέα, είπα.
Γύρισε προς το μέρος μου. Το χαμόγελο δεν είχε προλάβει ακόμη να σβήσει.
— Εσύ τους κάλεσες. Εσύ θα τους σερβίρεις.
Απλώθηκε σιωπή. Τριάντα ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν πάνω μου. Ο Μάκης σταμάτησε να μασάει.
— Το ζεστό είναι στο μάτι, συνέχισα. Η πάπια στον φούρνο, οι πατάτες στην κατσαρόλα. Τα πιάτα βρίσκονται στο πάνω ντουλάπι. Το σφουγγάρι είναι κάτω από τον νεροχύτη. Αν και μάλλον δεν ξέρεις πού είναι· δώδεκα χρόνια δεν χρειάστηκε ποτέ να το ψάξεις.
— Μελίνα… Ο Ανδρέας σηκώθηκε. Τι κάνεις; Μπροστά σε όλους;
— Μπροστά σε όλους δεν ντρέπεσαι για μένα, απάντησα. Όταν κουβαλάω πιάτα, δεν ντρέπεσαι. Όταν είμαι με την ποδιά από τις έξι το πρωί, πάλι δεν ντρέπεσαι. Κι όταν η Παρασκευή κάνει παρατηρήσεις για το φαγητό μου, μέσα στο σπίτι μου, ούτε τότε ντρέπεσαι.
Η Παρασκευή άνοιξε το στόμα της. Το έκλεισε. Και μετά το ξανάνοιξε.
— Μελίνα, μα εσύ είσαι…
— Τι είμαι; γύρισα και την κοίταξα. Γυναίκα του; Ναι. Γυναίκα του, όχι μαγείρισσα για τριάντα άτομα. Ούτε λαντζέρισσα. Ούτε σερβιτόρα.
Πέρασα το βλέμμα μου πάνω από το τραπέζι. Λερωμένα πιάτα, τσαλακωμένες χαρτοπετσέτες, λεκέδες από κρασί στο τραπεζομάντιλο που είχα σιδερώσει πριν από τρεις ώρες.
— Καλή χρονιά να έχετε, είπα.
Και έφυγα. Ανέβηκα στην κρεβατοκάμαρα, έκλεισα την πόρτα και ξάπλωσα όπως ήμουν, με την μπλούζα που μύριζε ψάρι. Κάτω επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Έπειτα ακούστηκε κρότος από πιάτα· κάποιος τα μετακινούσε. Λίγο μετά, το νερό άρχισε να τρέχει στην κουζίνα.
Έμεινα ακίνητη και άκουγα. Η καρδιά μου χτυπούσε σταθερά. Τα χέρια μου δεν έτρεμαν πια.
Μισή ώρα αργότερα ανέβηκε ο Ανδρέας. Άνοιξε την πόρτα και στάθηκε στο κατώφλι.
— Έπλυνα πιάτα, είπε. Τέσσερα.
Τέσσερα. Από τα εκατόν είκοσι.
— Τα άλλα εκατόν δεκαέξι σε περιμένουν, αποκρίθηκα χωρίς να γυρίσω.
Έμεινε λίγο ακόμη εκεί. Ύστερα κατέβηκε. Το νερό ξανάρχισε να ακούγεται.
Εκείνη τη νύχτα ο Ανδρέας έπλυνε για πρώτη φορά στη ζωή του ένα πιάτο. Μετά δεύτερο. Μετά τρίτο. Οι καλεσμένοι βοήθησαν· άλλος στοίβαζε, άλλος σκούπιζε το τραπέζι. Ο Μάκης κατέβασε τα σκουπίδια. Η Παρασκευή, απ’ ό,τι έμαθα, έμεινε στο σαλόνι αμίλητη.
Εγώ ήμουν επάνω και κοιτούσα το ταβάνι. Η χρονιά άλλαξε χωρίς εμένα. Άκουσα την αντίστροφη μέτρηση από την τηλεόραση κάτω. Κανείς δεν ανέβηκε να με φωνάξει.
Κοιμήθηκα στη μία παρά μισή. Ήρεμα. Για πρώτη φορά ύστερα από δώδεκα παραμονές Πρωτοχρονιάς, χωρίς βρεγμένα χέρια και χωρίς την πλάτη μου να βουίζει από την κούραση.
Πέρασε ένας μήνας. Ο Ανδρέας δεν καλεί πια κόσμο. Ούτε τηλεφωνήματα, ούτε «θα περάσουν τα παιδιά». Σιωπά. Βαριά, πεισματικά, προσβεβλημένα. Στο δείπνο κοιτάζει το πιάτο του. Το δικό του πιάτο, που τώρα πού και πού το πλένει μόνος του. Όχι πάντα, αλλά συμβαίνει.
Η Παρασκευή τηλεφωνεί μία φορά την εβδομάδα. Όχι σ’ εμένα· σ’ εκείνον. Ακούω σκόρπιες φράσεις: «σε ξεφτίλισε», «μπροστά στον κόσμο», «οι σωστές γυναίκες δεν φέρονται έτσι». Ο Ανδρέας την ακούει, συμφωνεί σιωπηλά, κλείνει και βυθίζεται πάλι στη σιωπή.
Ο Μάκης, όταν τον συνάντησα στην αυλή, απέφυγε το βλέμμα μου. Τελικά μουρμούρισε: «Ίσως το παράκανες. Αλλά σε καταλαβαίνω».
Εγώ κοιμάμαι ήσυχα. Τα χέρια μου έγιναν καλά, το σημάδι στον καρπό έσβησε. Η ποδιά κρέμεται στο γαντζάκι, καθαρή και σιδερωμένη. Όλον αυτόν τον μήνα δεν τη φόρεσα ούτε μία φορά.
Το παράκανα τότε, μπροστά σε τριάντα καλεσμένους; Ή μήπως το πραγματικά υπερβολικό ήταν τα δώδεκα χρόνια που έμενα σιωπηλή;
