“Η μάνα μου πεθαίνει κι εσένα δεν σου καίγεται καρφί!” — φώναξε ο Γεώργιος, αρπάζοντας το παλιό του μπουφάν

Απαράδεκτο, ψυχρό και ντροπιαστικά αδιάφορο.
Ιστορίες

— Ποια αλήθεια, δηλαδή; Ότι η μάνα μου σου έγινε βάρος; Ότι κουράστηκες; Και ποιος δεν κουράζεται, Ελένη; Εγώ μήπως δεν εξαντλούμαι; Κάθε μέρα σκοτώνομαι στη δουλειά για να φέρνω χρήματα στο σπίτι!

— Κι εγώ τι κάνω εδώ μέσα; — η φωνή της λύγισε, μα δεν έσπασε. — Κάθομαι κλεισμένη σαν υπηρέτρια! Μέρα και νύχτα! Ούτε να βγω λίγο έξω δεν μπορώ πια!

— Τότε θα πάρουμε μια νοσοκόμα, — πέταξε αδιάφορα ο Γεώργιος Ανδρέου. — Αφού σου είναι τόσο αβάσταχτο.

— Δεν είναι η νοσοκόμα το θέμα! — Η Ελένη Καραμανλής ένιωσε τα δάκρυα να της ανεβαίνουν στον λαιμό, μα τα κατάπιε. Όχι εδώ. Όχι μπροστά τους. — Το θέμα είναι ότι εσύ δεν με ακούς. Δεν με βλέπεις καν!

— Θεέ μου, πάλι τα ίδια γυναικεία δράματα, — είπε εκείνος και έκανε μια κίνηση με το χέρι, σαν να έδιωχνε μύγα. — Κυρία Αγγελική, θα μείνετε εσείς με τη μητέρα;

— Μα φυσικά, — απάντησε η Αγγελική Σταματιάδη με χαμόγελο νίκης. — Εγώ και η Μαρίνα θα είμαστε εδώ. Θα τη φροντίσουμε όπως πρέπει.

— Ωραία. — Ο Γεώργιος έκανε προς την πόρτα. — Κι εσύ, Ελένη, μάζεψε μερικά πράγματα. Θα πας στη μητέρα σου για λίγες μέρες. Να ξεκουραστείς.

Η Ελένη έμεινε ακίνητη. Δεν ήταν πρόταση. Ήταν εξορία. Ήπια, τυλιγμένη σε λέξεις φροντίδας, μα εξορία.

— Με διώχνεις από το σπίτι;

— Σου δίνω χρόνο να ηρεμήσεις, — είπε χωρίς καν να γυρίσει να την κοιτάξει. — Εκτός αν προτιμάς να μείνεις εδώ και να συνεχίσεις τις σκηνές.

Πίσω της, η Μαρίνα Μεταξά γέλασε σιγανά. Η Αγγελική Σταματιάδη βολεύτηκε στην πολυθρόνα δίπλα στην Κυριακή Γρηγοροπούλου, σαν βασίλισσα που μόλις ανέβηκε στον θρόνο της. Η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ξαπλωμένη με κλειστά μάτια, όμως η Ελένη το είδε καθαρά: στην άκρη των χειλιών της σχηματίστηκε μια λεπτή καμπύλη. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

Και τότε κάτι μέσα της γύρισε απότομα.

Δεν ράγισε. Όχι. Το αντίθετο. Σαν να μπήκε επιτέλους στη σωστή του θέση.

— Ξέρεις κάτι, Γεώργιε; — μίλησε χαμηλά, μα κάθε λέξη της ακούστηκε καθαρή. — Θα φύγω. Πράγματι. Μόνο που δεν θα είναι για λίγες μέρες.

Εκείνος γύρισε. Στο πρόσωπό του πέρασε έκπληξη.

— Τι είπες;

— Είπα πως φεύγω οριστικά. — Οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα της μόνες τους, σαν να μιλούσε κάποια άλλη στη θέση της. — Είκοσι τρία χρόνια έζησα μαζί σου. Άντεξα τη μητέρα σου, που με μίσησε από την πρώτη στιγμή. Άντεξα να γυρίζεις σπίτι και να μη λες ούτε ένα ευχαριστώ. Άντεξα να υπάρχω για σένα σαν έπιπλο. Χρήσιμο. Βολικό. Και δωρεάν.

— Έχασες τα λογικά σου; — Ο Γεώργιος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. — Καταλαβαίνεις τι λες;

— Ναι, — απάντησε η Ελένη και κούνησε αργά το κεφάλι. — Για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, καταλαβαίνω τα πάντα ολοκάθαρα. Βαρέθηκα να είμαι αόρατη. Βαρέθηκα να φταίω για όλα. Τη μητέρα σας να τη φροντίσετε εσείς. Είστε όλοι τόσο σωστοί, τόσο στοργικοί… λοιπόν, δείξτε το στην πράξη.

— Ελένη, σύνελθε! — πετάχτηκε όρθια η Αγγελική Σταματιάδη. — Είσαι η γυναίκα του! Έχεις υποχρεώσεις!

— Κι εκείνος είχε, — είπε η Ελένη δείχνοντας τον άντρα της. — Να αγαπά. Να σέβεται. Να προστατεύει. Πού ήταν όλα αυτά;

Το πρόσωπο του Γεώργιου κοκκίνισε. Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν σε γροθιές.

— Θα το μετανιώσεις, — ψιθύρισε μέσα από τα δόντια του. — Θα γυρίσεις πίσω γονατιστή. Πού θα πας; Δεν έχεις τίποτα.

— Θα πάω στη μητέρα μου. Μετά θα βρω δουλειά. Θα νοικιάσω ένα δωμάτιο. — Η Ελένη μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τράβηξε από την ντουλάπα την παλιά της τσάντα. — Κι έπειτα βλέπουμε.

Άρχισε να βάζει πράγματα μέσα γρήγορα, χωρίς να το πολυσκέφτεται. Μόνο τα απολύτως αναγκαία: χαρτιά, δυο-τρία πουλόβερ, εσώρουχα. Τα χέρια της δεν έτρεμαν. Η καρδιά της χτυπούσε σταθερά. Μια παράξενη γαλήνη απλώθηκε μέσα της, σαν να είχε υποχωρήσει επιτέλους μια μακρόχρονη αρρώστια και μπορούσε ξανά να αναπνεύσει κανονικά.

Ο Γεώργιος στεκόταν στο κατώφλι της κρεβατοκάμαρας. Την κοιτούσε σιωπηλός. Για μια στιγμή πέρασε από τα μάτια του κάτι σαν αμηχανία· προφανώς δεν είχε υπολογίσει μια τέτοια τροπή.

— Το εννοείς στ’ αλήθεια; — ρώτησε πιο χαμηλόφωνα.

Η Ελένη έκλεισε την τσάντα. Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε πολλή ώρα, προσεκτικά. Έψαξε σ’ εκείνο το πρόσωπο το νεαρό αγόρι της αγοράς, εκείνον που της είχε υποσχεθεί πως θα την προσέχει. Δεν τον βρήκε. Μπροστά της στεκόταν ένας ξένος άντρας. Κουρασμένος, θυμωμένος, με μάτια σβησμένα.

— Περισσότερο σοβαρά δεν γίνεται, — αποκρίθηκε.

Πέρασε δίπλα του. Πέρασε και μπροστά από το θριαμβευτικό βλέμμα της Αγγελικής Σταματιάδη και από το ειρωνικό χαμόγελο της Μαρίνας Μεταξά. Στάθηκε για λίγο πλάι στο κρεβάτι της πεθεράς της. Η Κυριακή Γρηγοροπούλου άνοιξε τα μάτια.

— Να είστε καλά, — είπε η Ελένη. — Και να αναρρώσετε.

Στο βλέμμα της γριάς άστραψε φόβος. Λες και μόλις εκείνη τη στιγμή κατάλαβε τι είχε προκαλέσει.

Η Ελένη βγήκε από το διαμέρισμα. Στο κλιμακοστάσιο έκανε κρύο· ένα παράθυρο δεν έκλεινε καλά και ο αέρας τριγυρνούσε ελεύθερος στους ορόφους. Έσφιξε το παλτό γύρω της, έπιασε γερά την τσάντα και άρχισε να κατεβαίνει.

Έξω ο χειμώνας συνεχιζόταν. Το χιόνι έτριζε κάτω από τα παπούτσια της, η παγωνιά τής δάγκωνε τα μάγουλα. Κι όμως, η Ελένη ένιωθε ζεστασιά. Μέσα της απλωνόταν ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα — ελαφρότητα, ίσως. Ή ελευθερία.

Προχωρούσε στην ασπρισμένη αυλή, και με κάθε της βήμα το παρελθόν έμενε όλο και πιο πίσω. Εκεί, σ’ εκείνο το σπίτι. Μαζί με εκείνους τους ανθρώπους.

Μπροστά της την περίμενε το άγνωστο. Τρομακτικό, ναι. Μα, με έναν παράξενο τρόπο, σωστό.

Η Ελένη χαμογέλασε. Για πρώτη φορά μετά από πολλούς μήνες.

Και συνέχισε να περπατά μέσα στη λευκή χειμωνιάτικη απεραντοσύνη — προς το σημείο όπου άρχιζε μια καινούρια ζωή.

Ψίθυροι Ζωής