“Αφού σ’ αρέσει να μαγειρεύεις” είπε ο Ανδρέας με αδιαφορία ενώ εκείνη, κουρασμένη, κρατούσε δύο σακούλες στην κουζίνα

Η σιωπηλή αδικία του σπιτικού είναι αφόρητη.
Ιστορίες

«Μην ξεχάσεις τη χήνα», είπε ο Ανδρέας Καραγιάννης χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα από το κινητό. «Η μάνα μου την προτιμάει γεμιστή με μήλα».

Στεκόμουν στη μέση της κουζίνας κρατώντας δυο σακούλες από το σούπερ μάρκετ. Ασήκωτες. Στη μία είχα πατάτες, καρότα και κρεμμύδια. Στην άλλη μια χήνα τεσσάρων κιλών. Ο Ανδρέας με είχε πάρει τηλέφωνο στη δουλειά, μεσημεριάτικα, για να μου ανακοινώσει πως το Σάββατο θα είχαμε κόσμο. Είκοσι άτομα. Τα γενέθλιά του, έκλεινε τα πενήντα έξι.

Ως το Σάββατο απέμεναν μόλις δύο μέρες.

Δουλεύω ως μηχανικός κοστολόγησης. Οκτώ ώρες βουτηγμένη σε αριθμούς, μετά ψώνια, ύστερα κουζίνα. Έτσι κυλούσε η ζωή μου εδώ και δώδεκα χρόνια, από τότε που ο Ανδρέας αποφάσισε πως το σπίτι μας ήταν ιδανικό για τραπεζώματα. Ευρύχωρη κουζίνα, μακρύ σαλόνι, αυλή με ψησταριά. Και, πάνω απ’ όλα, μια γυναίκα που θα τα αναλάμβανε όλα.

«Ανδρέα, σου έχω ζητήσει να με ενημερώνεις δύο εβδομάδες πριν», του είπα αδειάζοντας τις σακούλες στον πάγκο. «Δύο μέρες δεν φτάνουν».

«Έλα τώρα, τι έχει να γίνει;» ανασήκωσε τους ώμους. «Κόβεις μερικές σαλάτες, βάζεις κι ένα φαγητό στον φούρνο. Αφού σ’ αρέσει να μαγειρεύεις».

Ναι, μου αρέσει η μαγειρική. Για δύο ανθρώπους. Για τέσσερις, όταν έρχονται τα παιδιά. Όχι όμως για είκοσι. Όχι κάθε ενάμιση μήνα. Και σίγουρα όχι μόνη μου.

Μέσα σε δώδεκα χρόνια είχα μετρήσει περίπου ενενήντα έξι τέτοια τραπέζια. Οκτώ τον χρόνο: γενέθλια, γιορτές, «θα περάσουν απλώς τα παιδιά». Κάθε φορά σήμαινε δεκατέσσερις ώρες από τη ζωή μου. Δύο μέρες προετοιμασία, ένα ολόκληρο βράδυ σερβίρισμα, μισή μέρα καθάρισμα. Και ούτε μία φορά, ούτε μία μοναδική φορά, ο Ανδρέας δεν είχε πλύνει έστω ένα πιάτο.

Έβαλα τη χήνα στο ψυγείο και άρχισα να καθαρίζω πατάτες.

Το βράδυ της Παρασκευής έκοβα το τέταρτο μεγάλο μπολ με ρώσικη σαλάτα. Τα χέρια μου μύριζαν άλμη, ξίδι και κρεμμύδι. Πάνω στο τραπέζι περίμεναν τρία ταψιά με πιτάκια: με κρέας, με λάχανο, με αυγό. Στον φούρνο σιγόψηνε η χήνα. Στο μάτι έβραζε παντζαρόσουπα σε κατσαρόλα δέκα λίτρων, κι από την Πέμπτη είχα βάλει να δέσει και η πηχτή.

Ο Ανδρέας μπήκε στην κουζίνα, άρπαξε ένα πιτάκι και το δάγκωσε.

«Λίγα είναι αυτά με το κρέας», σχολίασε. «Ο Μάκης Δημόπουλος τρώει πέντε μόνος του».

«Έφτιαξα σαράντα», του απάντησα.

«Σαράντα για είκοσι άτομα; Δύο στον καθένα βγαίνουν. Δεν φτάνουν».

Χωρίς να πω κουβέντα, άνοιξα το ψυγείο και έβγαλα τον κιμά.

«Και αύριο πάρε αναψυκτικά», πρόσθεσε από τον διάδρομο. «Κόλα και κάτι για τα παιδιά».

Έπλαθα πιτάκια μέχρι τη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το Σάββατο σηκώθηκα στις έξι. Έστησα καρέκλες, άπλωσα τραπεζομάντιλα, γυάλισα ποτήρια. Ο Ανδρέας ξύπνησε στις δέκα, ήπιε τον καφέ του και πετάχτηκε για τα ποτά. Γύρισε με δύο σακούλες: λεμονάδες, κόλες, τρία μπουκάλια βότκα. Τα ακούμπησε στο τραπέζι, φόρεσε το καινούριο του πουκάμισο και κάθισε να δει ποδόσφαιρο.

Οι καλεσμένοι εμφανίστηκαν στις τέσσερις. Είκοσι άνθρωποι, και στον καθένα έπρεπε να βάλεις, να σερβίρεις, να μαζέψεις. Πηγαινοερχόμουν από την κουζίνα στο σαλόνι με πιατέλες, απομάκρυνα λερωμένα πιάτα, ξαναγέμιζα ποτήρια, έκοβα ψωμί, ζέσταινα ό,τι είχε κρυώσει. Όλο το βράδυ δεν κάθισα ούτε λεπτό. Ούτε νερό δεν πρόλαβα να πιω κανονικά· μόνο μια γουλιά βιαστικά από μια κούπα, όρθια δίπλα στην κουζίνα.

Ο Ανδρέας καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού, έλεγε ιστορίες και γελούσε. Η μητέρα του έτρωγε τη χήνα με τα μήλα και κουνούσε το κεφάλι επιδοκιμαστικά, σαν να έλεγε πως ήταν καλή. Μία από τις γυναίκες, η Άννα Γιαννόπουλος, η σύζυγος του Μάκη Δημόπουλου, με σταμάτησε την ώρα που περνούσα πάλι φορτωμένη με μια στοίβα πιάτα.

«Μελίνα Αντωνίου, κάτσε λίγο. Φάε κάτι, έστω».

«Σε λίγο», της είπα. «Να βγάλω το ζεστό και θα καθίσω».

Δεν κάθισα. Μετά το ζεστό ήρθε το γλυκό. Μετά το γλυκό, το τσάι. Κι ύστερα ακούστηκε το γνώριμο: «Μήπως έχουν μείνει κι άλλα πιτάκια;».

Στις έντεκα το βράδυ έφυγαν οι τελευταίοι. Πάνω στο τραπέζι είχε υψωθεί βουνό από άπλυτα. Τα μέτρησα: εξήντα πιάτα, τριάντα ποτήρια, σαλατιέρες, ταψιά, πιρούνια, μαχαίρια. Το τραπεζομάντιλο ήταν γεμάτο λεκέδες από παντζάρι και κρασί. Κάτω από το τραπέζι υπήρχαν ψίχουλα, ένα δαγκωμένο κομμάτι αγγούρι και μια χαρτοπετσέτα μουσκεμένη στη σάλτσα.

Έπλενα μέχρι τη μιάμιση τη νύχτα. Ο Ανδρέας είχε ξαπλώσει από τις δώδεκα. Πριν πάει για ύπνο, πέρασε από την κουζίνα, κοίταξε τον νεροχύτη που ξεχείλιζε από κατσαρόλες και μου πέταξε: «Άσ’ τα για αύριο».

Ψίθυροι Ζωής