— Εσύ… φώναξες ταξί; Για μένα;
— Για ποιον άλλον; Για τον εαυτό μου δεν το κάλεσα.
Στον διάδρομο απλώθηκε μια σιωπή τόσο πυκνή, που ακουγόταν καθαρά το ρολόι από το σαλόνι. Εκείνο το παλιό, κρεμαστό ρολόι που είχαν βρει σε ένα παζάρι τον πρώτο χρόνο που ζούσαν μαζί. Τότε η Δήμητρα Ανδρέου γελούσε, επειδή πήγαινε πάντα τρία λεπτά πίσω, κι ο Αλέξανδρος Κοντός της απαντούσε πως σημασία είχε ότι εξακολουθούσε να προχωρά.
— Μιλάς σοβαρά, — είπε εκείνος. Αυτή τη φορά δεν ήταν διαπίστωση· ήταν ερώτηση.
— Απόλυτα.
Κάτι μετακινήθηκε στο πρόσωπό του. Η Δήμητρα δεν θα μπορούσε να το ονομάσει με ακρίβεια. Η αμηχανία του σαν να βάθυνε, σαν να έγινε πιο σκοτεινή. Έμοιαζε με άνθρωπο που βάδιζε σε έναν δρόμο γνώριμο και, ξαφνικά, ανακάλυπτε πως ο δρόμος είχε τελειώσει.
Το κινητό στην τσέπη της δονήθηκε. Το έβγαλε και κοίταξε την οθόνη.
— Ο οδηγός γράφει ότι βρίσκεται στη δεύτερη είσοδο. Πες του πως είναι η πρώτη.
Ο Αλέξανδρος δεν έκανε καμία κίνηση.
Απ’ έξω, κάπου χαμηλά στον δρόμο, ακούστηκε ένα σύντομο κορνάρισμα.
Έμεινε ακίνητος στον διάδρομο για μισό λεπτό ακόμη. Ύστερα έσκυψε, σήκωσε την τσάντα, πέρασε το σακίδιο στον ώμο του και βγήκε χωρίς να προσθέσει ούτε λέξη. Η πόρτα έκλεισε ήρεμα. Δεν βρόντηξε. Και, παράξενα, αυτό πόνεσε σχεδόν περισσότερο απ’ ό,τι αν την είχε κοπανήσει.
Η Δήμητρα περίμενε ώσπου να χαθούν τα βήματά του στη σκάλα. Μετά πήγε στο σαλόνι, κάθισε στον καναπέ και κάρφωσε το βλέμμα της στον τοίχο.
Το ρολόι συνέχιζε να χτυπά. Τρία λεπτά καθυστέρηση. Όπως πάντα.
Δεν έκλαιγε. Το περίεργο ήταν ακριβώς αυτό: δεν έκλαιγε. Μέσα της υπήρχε κάτι σαν άδειο κουδούνισμα· όχι πόνος, αλλά ούτε και ανακούφιση. Σαν να κρατούσε για ώρα τη γροθιά της σφιγμένη και τώρα που την άνοιγε, το χέρι ήταν ελεύθερο, μα δεν ήξερε ακόμη τι να κάνει με αυτή την ελευθερία.
Το τηλέφωνο βρισκόταν στο τραπεζάκι. Το πήρε, άνοιξε τη συνομιλία της με τον Αλέξανδρο Κοντό. Το τελευταίο μήνυμά του ήταν δύο ημερών: «Θα πάρω ψωμί». Το έκλεισε και το άφησε πάλι κάτω.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε στις πέντε. Έμεινε για λίγο ξαπλωμένη στο σκοτάδι, ακούγοντας την πόλη πίσω από το παράθυρο: σπάνια αυτοκίνητα, κάποιες φωνές στην αυλή, ένα περιστέρι στο γείσο. Έπειτα σηκώθηκε, έφτιαξε καφέ και κάθισε με την κούπα στο τραπέζι της κουζίνας.
Η ησυχία τής φάνηκε απρόσμενη. Και καλή.
Ο Αλέξανδρος καταλάμβανε πολύ περισσότερο χώρο με τους ήχους του απ’ όσο είχε ποτέ αντιληφθεί όσο βρισκόταν δίπλα της. Η τηλεόραση που άνοιγε για να «παίζει κάτι». Οι βραδινές συνομιλίες με τη μητέρα του, που κρατούσαν σαράντα λεπτά. Η συνήθειά του να σχολιάζει φωναχτά τα πάντα: τις ειδήσεις, τους γείτονες, τις τιμές στο σούπερ μάρκετ.
Η Δήμητρα τελείωσε τον καφέ της και πήγε στη δουλειά.
Δίδασκε ιστορία της τέχνης σε ένα μικρό ιδιωτικό ίδρυμα, αξιοπρεπές όμως. Εκείνη την ημέρα είχε διάλεξη για την ολλανδική ζωγραφική του δέκατου έβδομου αιώνα. Οι φοιτητές, όπως συνήθως, άκουγαν μισοαφηρημένοι. Μόνο ένα κορίτσι στην πρώτη σειρά —η Σοφία Βλάχου, αν θυμόταν σωστά— την παρακολουθούσε με τέτοια ζωντανή προσοχή, ώστε η Δήμητρα έπιασε τον εαυτό της να μιλά σχεδόν αποκλειστικά για εκείνη.
Μετά το μάθημα πέρασε από το γραφείο της η Καλλιόπη Θεοχαρίδη, συνάδελφος γύρω στα πενήντα, πρακτική γυναίκα, με κοντό κούρεμα και την αθεράπευτη συνήθεια να λέει ό,τι σκέφτεται.
— Έχεις όψη ανθρώπου που κοιμήθηκε χάλια, αλλά κατά κάποιον τρόπο χαίρεται γι’ αυτό, — είπε, καθίζοντας στην άκρη του γραφείου.
— Δεν πέφτεις πολύ έξω.
Η Δήμητρα της τα είπε. Σύντομα, χωρίς περιττές λεπτομέρειες. Η Καλλιόπη την άκουσε χωρίς να τη διακόψει και στο τέλος έγνεψε.
— Και τώρα;
— Δεν ξέρω, — απάντησε ειλικρινά η Δήμητρα. — Θα δούμε.
Ο Αλέξανδρος Κοντός τηλεφώνησε την τρίτη μέρα.
Η Δήμητρα είδε το όνομά του στην οθόνη, άφησε να περάσει ένα δευτερόλεπτο και απάντησε.
— Λοιπόν; Πώς είσαι εκεί; — ρώτησε. Στη φωνή του υπήρχε μια προσπάθεια αδιαφορίας, πίσω από την οποία κρυβόταν κάτι εντελώς διαφορετικό.
— Καλά. Εσύ;
— Κι εγώ. — Σιωπή. — Στη μαμά είναι ωραία.
— Χαίρομαι που το ακούω.
Ακολούθησε άλλη παύση, μεγαλύτερη.
— Άκου, — είπε τελικά, — δεν σκέφτηκες μήπως… να μιλήσουμε;
— Να μιλήσουμε, — συμφώνησε η Δήμητρα. — Μόνο πες μου πρώτα: εξήγησες ήδη στη μητέρα σου ότι πήγες για μόνιμα; Άρχισε να σου αδειάζει ντουλάπι;
Ο Αλέξανδρος έμεινε σιωπηλός.
— Χάρηκε που πήγα, — είπε προσεκτικά.
— Φυσικά και χάρηκε.
Η Δήμητρα μπορούσε να φανταστεί τη σκηνή χωρίς καμία δυσκολία. Η Αικατερίνη Σιδέρη με τη ρόμπα της, με μια κούπα τσάι στο χέρι, με εκείνο το χαμόγελο κολλημένο στα χείλη και την έκφραση ανθρώπου που επιτέλους πήρε ακριβώς αυτό που ήθελε. Ο γιος στο σπίτι. Όλα σύμφωνα με το σχέδιο.
— Δήμητρα, γιατί το κάνεις έτσι…
— Έτσι πώς;
— Τόσο ψυχρά.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Στην αυλή παιδιά κυνηγούσαν μια μπάλα, ενώ κάποιος έβγαζε βόλτα τον σκύλο του.
— Αλέξανδρε, δεν είμαι ψυχρή. Απλώς περιμένω να καταλάβεις μόνος σου κάτι σημαντικό.
— Τι ακριβώς;
— Όταν το καταλάβεις, θα μου το πεις, — είπε και έκλεισε ευγενικά την κουβέντα.
Την επομένη τής τηλεφώνησε η Αικατερίνη Σιδέρη.
Για να είναι ειλικρινής, η Δήμητρα δεν το είχε φανταστεί. Ή μάλλον το είχε φανταστεί, αλλά όχι τόσο γρήγορα.
— Δήμητρα μου, — άρχισε η πεθερά της με φωνή ανθρώπου που υποφέρει, αλλά κρατιέται με αξιοπρέπεια. — Ντρέπομαι που ανακατεύομαι στα δικά σας…
Φυσικά και ντρέπεστε, σκέφτηκε η Δήμητρα.
— …όμως θέλω να τα ξαναβρείτε. Δεν θέλω να γίνω εγώ η αιτία των προβλημάτων σας.
— Αικατερίνη Σιδέρη, — είπε η Δήμητρα, — με καλέσατε εσείς. Αυτό από μόνο του είναι ανάμειξη.
Υπήρξε μια παύση ελάχιστη, σχεδόν ανεπαίσθητη, όμως η Δήμητρα την πρόλαβε. Η πεθερά της δεν περίμενε τέτοια απάντηση. Συνήθως η Δήμητρα σιωπούσε ή έλεγε κάτι αόριστο.
— Εγώ μόνο θέλω να υπάρχει ειρήνη στην οικογένεια, — είπε η Αικατερίνη Σιδέρη, και η χροιά της είχε κιόλας αλλάξει, λιγότερο μαρτυρική.
