«Σου το λέω καθαρά: ή η μητέρα μου έρχεται να μείνει μαζί μας ή φεύγω εγώ» — απείλησε ο Αλέξανδρος, στέκοντας αμετακίνητος στο σαλόνι

Απαράδεκτη, καταπιεστική η σιωπή που πνίγει το σπίτι.
Ιστορίες

— Μα καλά, έχεις σώας τας φρένας; — ο Αλέξανδρος Κοντός στεκόταν καταμεσής στο σαλόνι, και στη φωνή του υπήρχε εκείνος ο τόνος που έκανε τη Δήμητρα Ανδρέου να καταλάβει αμέσως πως αυτή η κουβέντα δεν θα τελείωνε γρήγορα. — Σου το λέω καθαρά: ή η μητέρα μου έρχεται να μείνει μαζί μας ή φεύγω εγώ και πάω σε εκείνη. Οριστικά.

Η Δήμητρα Ανδρέου κατέβασε αργά το περιοδικό που ξεφύλλιζε εδώ και μισή ώρα χωρίς στην πραγματικότητα να διαβάζει ούτε αράδα. Κοίταξε τον άντρα της. Την ίσια, τεντωμένη του πλάτη, τα σφιγμένα σαγόνια, εκείνο το γνώριμο βλέμμα κάτω από τα φρύδια — βλέμμα ανθρώπου που έχει ήδη πάρει την απόφασή του, αλλά παριστάνει πως ακόμη συζητά.

— Αλέξανδρε, — είπε ήρεμα, — αυτό το έχουμε ξαναμιλήσει.

— Προφανώς όχι αρκετά.

Εκείνος πλησίασε στο παράθυρο. Πίσω από το τζάμι απλωνόταν ένα συνηθισμένο αστικό βράδυ: φώτα στους δρόμους, σκιές ανθρώπων πάνω στο πεζοδρόμιο. Ένα απλό βράδυ του Απρίλη, εντελώς αταίριαστο με όσα συνέβαιναν μέσα στο σπίτι.

Η Δήμητρα Ανδρέου ήξερε πια αυτό το θέμα απέξω κι ανακατωτά. Η Αικατερίνη Σιδέρη, η πεθερά της, τηλεφωνούσε στον γιο της καθημερινά. Κάποιες φορές και δύο φορές τη μέρα. Η φωνή της ακουγόταν πάντοτε ίδια: λίγο ραγισμένη, λίγο βασανισμένη, με μια ιδιαίτερη έμφαση κάθε φορά που έλεγε τη λέξη «μόνη».

Αλεξανδράκη μου, δεν αντέχω μόνη μου. Αλεξανδράκη μου, πλήττω τόσο πολύ. Έλα έστω για μια ωρίτσα. Ή, ακόμη καλύτερα, πάρε με κοντά σας. Δεν είμαι ξένη.

Δεν είμαι ξένη. Αυτή ήταν η αγαπημένη της φράση.

Η Δήμητρα Ανδρέου την είχε δει πριν από τρεις εβδομάδες, στα γενέθλια του Αλέξανδρου Κοντού. Η Αικατερίνη Σιδέρη είχε εμφανιστεί κρατώντας μια τούρτα που δεν είχε φτιάξει η ίδια — την είχε αγοράσει από ζαχαροπλαστείο στην οδό Πανεπιστημίου, η Δήμητρα Ανδρέου αναγνώρισε το κουτί — αλλά παρ’ όλα αυτά έλεγε σε όλους πόσο «κόπο είχε βάλει». Κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού, παρότι κανείς δεν την είχε οδηγήσει εκεί· απλώς κάπως έτσι έγινε. Και μιλούσε, μιλούσε ασταμάτητα. Για τις αρρώστιες της. Για τους γείτονες. Για το πόσο μόνη ένιωθε. Τα σγουρά κοκκινωπά μαλλιά της — βαμμένα, φυσικά, στα εξήντα δύο της — ήταν χτενισμένα με επιτήδευση, και το χαμόγελο δεν έφευγε ούτε στιγμή από το πρόσωπό της. Εκείνο ακριβώς το χαμόγελο που πάντα προκαλούσε στη Δήμητρα Ανδρέου μια αδιόρατη δυσφορία. Υπερβολικά πλατύ. Υπερβολικά μόνιμο. Σαν κολλημένο.

— Είναι ηλικιωμένη γυναίκα, — είπε ο Αλέξανδρος Κοντός, χωρίς να γυρίσει από το παράθυρο. — Χρειάζεται στήριξη.

— Είναι εξήντα δύο χρονών, Αλέξανδρε. Και είναι μια χαρά στην υγεία της.

— Δεν ξέρεις πώς νιώθει.

— Ξέρω τι λέει. Δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Τότε επιτέλους γύρισε προς το μέρος της. Στα μάτια του υπήρχε εκνευρισμός, αλλά και κάτι άλλο. Κάτι παιδικό, πληγωμένο. Ο Αλέξανδρος Κοντός ήταν τριάντα έξι ετών, διηύθυνε τμήμα σε κατασκευαστική εταιρεία, μπορούσε να διαπραγματεύεται με εργολάβους και καταλάβαινε από προϋπολογισμούς. Όμως όταν η συζήτηση έφτανε στη μητέρα του, μέσα του κάτι άλλαζε απότομα. Γινόταν άλλος άνθρωπος. Γινόταν εκείνο το αγόρι στο οποίο η μητέρα του είχε εξηγήσει κάποτε πως όλος ο κόσμος ήταν εναντίον τους και πως είχαν μόνο ο ένας τον άλλον.

— Άρα είσαι αντίθετη, — είπε. Δεν ρώτησε. Το ανακοίνωσε σαν δεδομένο.

— Δεν είμαι αντίθετη στο να φροντίζουμε τη μητέρα σου. Είμαι αντίθετη στο να εγκατασταθεί στο διαμέρισμά μας.

— Και ποια είναι η διαφορά;

Η Δήμητρα Ανδρέου σηκώθηκε. Πήγε ως τη βιβλιοθήκη και ίσιωσε ένα βιβλίο, όχι επειδή ήταν στραβό, αλλά επειδή δεν άντεχε να μείνει ακίνητη.

— Η διαφορά είναι, — απάντησε, — ότι εδώ και τρία χρόνια ζω με τα βραδινά σου τηλεφωνήματα σε εκείνη, με τα Σαββατοκύριακα που τα περνάμε στο σπίτι της, με κάθε άδεια να αρχίζει από την ερώτηση αν μπορούμε καν να φύγουμε, επειδή «η μαμά δεν είναι καλά». Αν έρθει να μείνει εδώ, Αλέξανδρε, αυτό δεν θα είναι πια το δικό μας σπίτι.

— Τα παραφουσκώνεις.

— Όχι.

Έμειναν να κοιτάζονται. Σε τέτοιες στιγμές η Δήμητρα Ανδρέου αναρωτιόταν πώς γίνεται αυτό. Να στέκεται μπροστά σου ένας άνθρωπος με τον οποίο μοιράζεσαι κρεβάτι, πρωινά, ασφάλειες, καλοκαιρινά σχέδια. Και την ίδια στιγμή να σου φαίνεται απόλυτα ξένος. Σαν να έχει κατέβει ανάμεσά σας ένα γυάλινο χώρισμα.

Ο Αλέξανδρος Κοντός απέστρεψε πρώτος το βλέμμα.

— Θα πάω να μαζέψω τα πράγματά μου, — είπε.

Η Δήμητρα Ανδρέου δεν απάντησε.

Δεν περίμενε ότι θα το έλεγε τόσο γρήγορα. Ούτε πίστευε πως το εννοούσε στ’ αλήθεια. Όμως εκείνος γύρισε και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Ύστερα από λίγα λεπτά άρχισαν να φτάνουν ως το σαλόνι ήχοι: συρτάρια που άνοιγαν, σακούλες που θρόιζαν, κάτι που έπεσε στο πάτωμα.

Εκείνη στάθηκε στη μέση του σαλονιού και άκουγε.

Έπειτα πήρε το κινητό της.

Άνοιξε την εφαρμογή ταξί και κάλεσε αυτοκίνητο. Προορισμός: οδός Δασική, αριθμός οκτώ. Εκεί έμενε η Αικατερίνη Σιδέρη. Το ταξί θα έφτανε σε επτά λεπτά.

Η Δήμητρα Ανδρέου έβαλε το τηλέφωνο στην τσέπη της και πήγε στην κουζίνα να βάλει τον βραστήρα.

Ο Αλέξανδρος Κοντός βγήκε από την κρεβατοκάμαρα με μια μεγάλη τσάντα περασμένη στον ώμο και ένα σακίδιο στο χέρι. Πολύ γρήγορα — πιο γρήγορα απ’ όσο εκείνη περίμενε. Σαν να ήταν έτοιμος από καιρό. Ή σαν να το είχε προβάρει πολλές φορές μέσα του.

Πέρασε μπροστά από την κουζίνα και κατευθύνθηκε στο χολ. Τα κλειδιά κουδούνισαν.

— Φεύγω, — είπε, χωρίς να μπει μέσα.

— Το ακούω, — αποκρίθηκε η Δήμητρα Ανδρέου.

Ακολούθησε σιωπή.

— Δεν θέλεις να πεις τίποτα;

Εκείνη βγήκε από την κουζίνα και στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας. Τον κοίταξε: με την τσάντα, με το σακίδιο, με το μπουφάν ήδη κουμπωμένο. Στο πρόσωπό του μπλέκονταν η αποφασιστικότητα και η αμηχανία. Περίμενε να τρέξει κοντά του. Να αρχίσει τις παρακλήσεις. Να βάλει τα κλάματα.

— Θέλω, — είπε. — Το ταξί έρχεται. Σε τρία λεπτά περίπου θα είναι κάτω από την πολυκατοικία. Το κάλεσα για την οδό Δασική.

Ο Αλέξανδρος Κοντός πάγωσε.

— Τι;

— Το αυτοκίνητο είναι ήδη στον δρόμο, Αλέξανδρε. Μην το χάσεις.

Την κοίταζε σαν να του είχε μιλήσει σε άγνωστη γλώσσα. Ύστερα, αργά, άφησε την τσάντα στο πάτωμα.

Ψίθυροι Ζωής