“Από δω και πέρα είναι δικό μου” είπε η Άννα Γιαννοπούλου, κολλώντας τα χαρτιά στο πρόσωπο της μητέρας και απαιτώντας να αδειάσει το εξοχικό μέχρι την Κυριακή

Άδικη ευκαιρία, γλυκά τρομακτική και ελπιδοφόρα.
Ιστορίες

Η πράξη έχει ήδη καταχωριστεί στο Κτηματολόγιο. Εδώ και δύο εβδομάδες. Αν δεν με πιστεύεις, τηλεφώνησε να το διασταυρώσεις· Φωτεινή Βενιζέλου, συμβολαιογράφος. Το τηλέφωνό της υπάρχει στον κατάλογο.

Έπεσε σιωπή. Πηχτή, βαριά. Τόση, που ακουγόταν η μύγα που χτυπιόταν στο τζάμι.

— Εσύ… κάνεις πλάκα.

— Καθόλου.

— Δηλαδή… χάρισες… σε αγνώστους… μια περιουσία;

— Τη χάρισα σε παιδιά που σβήνουν, Άννα. Όχι σε μια μεγάλη γυναίκα που θυμάται τη μάνα της μία φορά τον μήνα, όταν τελειώνουν τα αγγουράκια.

Πίσω της, ο Ανδρέας Κωστόπουλος σκέπασε απότομα το πρόσωπό του με την παλάμη. Νομίζω πως ντράπηκε. Τουλάχιστον κάποιος σε αυτή την οικογένεια ένιωσε ντροπή.

— Είσαι άρρωστη! Είσαι μια τρελή γριά! Θα σε πάω στα δικαστήρια! Θα ζητήσω να εξεταστεί αν έχεις σώας τας φρένας!

Χαμογέλασα ανεπαίσθητα, μόνο με την άκρη των χειλιών.

— Ζήτησέ το, κόρη μου. Έχω και γνωμάτευση ψυχιάτρου. Η Φωτεινή επέμενε να τη βγάλω πριν από την πράξη, προληπτικά. Για κάθε ενδεχόμενο. Ξέρεις για ποια ενδεχόμενα; Για τέτοια ακριβώς.

Η Δάφνη Ορφανίδη, η δικηγόρος, άρχισε αμίλητη να μαζεύει τα χαρτιά της. Εκείνη το κατάλαβε πρώτη: η υπόθεση είχε τελειώσει.

— Άννα, πάμε, — μουρμούρισε. — Εδώ δεν γίνεται πια τίποτα.

— Κι αυτό εδώ το εξοχικό θα το γράψω αλλού, — τους είπα καθώς γύριζαν την πλάτη. — Στον εγγονό μου. Στον Κωνσταντίνο Παύλου. Με όρο να περάσει στα χέρια του όταν γίνει δεκαοχτώ. Ως τότε θα είναι δικό μου. Αν θέλετε να τον φέρνετε το καλοκαίρι, να τον φέρνετε. Αλλά σαν άνθρωποι. Όχι με το “μαμά, κράτα το παιδί, εμείς πάμε Τουρκία”.

Η Άννα στάθηκε στο κατώφλι και γύρισε. Το πρόσωπό της είχε ασπρίσει σαν τα πλακάκια της κουζίνας μου.

— Από σήμερα δεν είσαι μάνα μου.

— Εντάξει, — της απάντησα. — Κι εσύ από σήμερα δεν είσαι το ταμείο μου.

Η πόρτα βρόντηξε. Λίγο μετά, η μηχανή του αυτοκινήτου μούγκρισε στην αυλή. Έμεινα ακίνητη για ένα λεπτό. Ύστερα γύρισα στην κουζίνα και τελείωσα τη μαρμελάδα μου. Φραγκοστάφυλο. Η αγαπημένη του Ηλία Αναγνωστόπουλου, παρεμπιπτόντως.

Πέρασαν τρεις μήνες. Η Άννα δεν τηλεφωνεί. Ο Ανδρέας Κωστόπουλος στέλνει πού και πού κανένα μήνυμα, χαμηλόφωνο ακόμη και στα γραπτά: «Συγχωρήστε μας, κυρία Σταματία Ελευθερίου, θα συνέλθει». Ο Κωνσταντίνος Παύλου ήρθε στις φθινοπωρινές διακοπές να ψήσουμε τηγανίτες με τη γιαγιά του — δηλαδή με εμένα. Χωρίς τους γονείς του. Ο Ανδρέας τον έφερε και τον ξαναπήρε ο ίδιος.

Δίκη δεν έγινε. Δεν τόλμησε. Ξέρει πως θα έχανε: γνωματεύσεις, μάρτυρες, συμβολαιογράφος και, πάνω απ’ όλα, το γράμμα του Ηλία Αναγνωστόπουλου, που τελικά το έδειξα. Στη Φωτεινή Βενιζέλου. Επίσημα, με καταγραφή.

Από το χόσπις μού έστειλαν μια φωτογραφία. Στον χώρο τους υπάρχει τώρα καινούρια παιδική χαρά. Πάνω στην πινακίδα γράφει: «Ευχαριστούμε τη Σταματία Ελευθερίου και τον Ηλία Αναγνωστόπουλο».

Τη φωτογραφία την κόλλησα στο ψυγείο. Δίπλα στη ζωγραφιά του Κωνσταντίνου.

Και το εξοχικό… Το εξοχικό στέκει ακόμα. Δικό μου. Προς το παρόν, δικό μου. Οι μηλιές ανθίζουν, τα φραγκοστάφυλα δένουν καρπό, η σόμπα ανάβει.

Μόνο που τώρα την ανάβω για μένα.

Το φαντάζεστε; Πρώτη φορά ύστερα από πενήντα πέντε χρόνια — για μένα.

Ψίθυροι Ζωής