— Νίκο Παπαδημητρίου, ποιοι είναι όλοι αυτοί; Πώς βρέθηκε τόσος κόσμος εδώ; — η φωνή της Ελένης Κωνσταντίνου έσπασε, και τα δάχτυλά της σφίχτηκαν πιο δυνατά γύρω από τον αγκώνα του γιου της. Μια σκέψη την κάρφωσε: «Το πούλησε. Πούλησε το εξοχικό χωρίς να με ρωτήσει, κι αυτοί είναι οι καινούργιοι ιδιοκτήτες που ήρθαν να κάνουν κουμάντο». Το στόμα της ξεράθηκε. Άφησε το χέρι του και στάθηκε ακίνητη, κοιτάζοντας την αυλή της σαν να μην την αναγνώριζε.
Οι σανίδες μύριζαν πεύκο. Η μυρωδιά ήταν τόσο έντονη, τόσο πικρή και ζεστή, που η Ελένη την είχε νιώσει να της γαργαλά τη μύτη ήδη από το μονοπάτι προς την αυλόπορτα. Τώρα ανακατευόταν με ασβέστη και ιδρώτα. Η αυλή ήταν γεμάτη ανθρώπους. Πολλούς. Είκοσι, ίσως και περισσότερους. Άντρες με ξεθωριασμένα μπλουζάκια και σκονισμένα τζιν, δύο κοπέλες που κρατούσαν ρολά με νάιλον, ένας νεαρός ανεβασμένος σε σκάλα, κι ένας άλλος πάνω στη στέγη, με σφυρί στο χέρι. Κάποιος κουβαλούσε σακιά με τσιμέντο, άλλος ανακάτευε σε έναν κουβά ένα λευκό, παχύρρευστο μείγμα, που άφηνε στον αέρα μια κοφτερή μυρωδιά ασβέστη. Το κτήμα της, που μόλις χθες έμοιαζε ήσυχο και παραμελημένο, τώρα θύμιζε μυρμηγκοφωλιά στην καρδιά της άνοιξης.
— Νίκο, — είπε στεγνά, σχεδόν χωρίς ανάσα. — Το βλέπεις αυτό; Αν πούλησες το εξοχικό χωρίς την άδειά μου, δεν θα σου το συγχωρήσω ποτέ. Πες μου την αλήθεια. Είναι ξένοι;
— Μαμά, στάσου… ποιοι καινούργιοι ιδιοκτήτες; — ο Νίκος Παπαδημητρίου τα έχασε για μια στιγμή. — Τι λες; Δικοί μου άνθρωποι είναι. Όλοι τους.
— Τι θα πει «δικοί σου»; Τι γίνεται εδώ; Το κινητό μου είναι στην τσάντα. Αν δεν μου εξηγήσεις αμέσως, καλώ την αστυνομία.

Πράγματι, άπλωσε το χέρι προς την τσάντα που κρεμόταν στον αγκώνα της. Τα δάχτυλά της όμως δεν την υπάκουαν. Όλα πέρασαν από το μυαλό της μονομιάς: το σπιτάκι που το κρατούσε όρθιο δεκαπέντε χρόνια με κόπο, η βεράντα που δεν κατάφερε ποτέ να φτιάξει, γιατί πότε ήταν οι σπουδές του Νίκου, πότε το δάνειο για το αυτοκίνητο, πότε τα δικά της δόντια που «μπορούσαν να περιμένουν», πότε το πάτωμα στο διαμέρισμα της πόλης που επίσης «θα περίμενε». Όλα περίμεναν. Και τώρα άγνωστοι πατούσαν στο χώμα της. Στο δικό της. Σε εκείνο που το είχε φροντίσει σαν παιδί.
— Μαμά, — ο Νίκος άγγιξε απαλά τον ώμο της. — Άκουσέ με. Δεν είναι ιδιοκτήτες. Εγώ τους κάλεσα.
Η Ελένη έμεινε με την τσάντα μισοσηκωμένη. Κοίταξε τον γιο της σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά. Τριάντα πέντε χρονών πια, με τις πρώτες γκρίζες τρίχες στους κροτάφους, φαρδιές πλάτες — δικές της πλάτες, όχι του πατέρα του. Στο βλέμμα του δεν υπήρχε ούτε φόβος ούτε θράσος. Μόνο μια ήρεμη, σχεδόν σιωπηλή προσμονή.
— Εσύ;
— Εγώ. Είναι δικοί μου, μαμά. Άνθρωποι από τη δουλειά, παλιοί συμφοιτητές, παιδιά από τη γειτονιά που παίζαμε μπάλα. Θυμάσαι τον Γιώργο Λαζαρίδη;
Τον θυμόταν τον Γιώργο. Λιγνός, πάντα πεινασμένος, έμενε συχνά για φαγητό, γιατί στο σπίτι του, απ’ ό,τι καταλάβαινε, τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Εκείνη του έβαζε διπλή μερίδα και έκανε πως δεν πρόσεχε την αμηχανία του.
— Ο Γιώργος είναι εδώ;
— Εδώ είναι. Και ο Αλέξανδρος Θεοδώρου, και ο κοκκινομάλλης Μιχαήλ Παναγιωτίδης, και ο Ιωάννης Δημητρίου, που ήταν κουμπάρος μου στον γάμο. Σχεδόν όλοι όσοι τάισες κάποτε, μαμά.
Η Ελένη άφησε το βλέμμα της να γυρίσει στην αυλή. Γι’ αυτό τα πρόσωπα της φαίνονταν αόριστα γνώριμα. Εκείνος πάνω στη σκάλα ήταν σίγουρα το αγόρι στο οποίο είχε χαρίσει το παλιό ποδήλατο του Νίκου, όταν η οικογένειά του στριμώχτηκε σε ένα κοινόχρηστο διαμέρισμα. Κι αυτός με τον κουβά ήταν ο Αλέξανδρος, που στην τρίτη γυμνασίου τους είχε σπάσει το τζάμι με την μπάλα· εκείνη δεν τον μάλωσε, μόνο του ζήτησε να βοηθήσει να μπει καινούργιο. Μεγάλωσαν. Έγιναν άντρες με δυνατά χέρια και σοβαρά πρόσωπα. Και τώρα στέκονταν στο δικό της οικόπεδο με σανίδες, εργαλεία και δενδρύλλια.
— Γιατί; — ρώτησε σιγανά η Ελένη. — Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;
Ο Νίκος σώπασε για λίγο. Έπειτα πήρε το χέρι της με προσοχή, σαν να κρατούσε κάτι εύθραυστο, και τη γύρισε προς το μέρος του.
— Μια ζωή μάζευες χρήματα για αυτό το εξοχικό, μαμά. Θυμάσαι τη βεράντα που ήθελες; Μεγάλη, με συρόμενα τζάμια, για να πίνεις τσάι τα καλοκαίρια και να κοιτάς το ηλιοβασίλεμα. Είχες κολλήσει και μια φωτογραφία από περιοδικό στο ψυγείο. Πάνε δεκαπέντε χρόνια.
Η Ελένη το θυμόταν. Ναι, υπήρχε εκείνη η εικόνα. Είχε κιτρινίσει, οι άκρες της είχαν γυρίσει, μα δεν την πέταξε μέχρι που άλλαξαν ψυγείο. Τότε το απόκομμα χάθηκε, κι εκείνη σχεδόν το ξέχασε. Σχεδόν.
— Τότε έβαζες στην άκρη χρήματα από κάθε μισθό, — συνέχισε ο Νίκος. — Ύστερα όμως ήρθαν οι εξετάσεις μου, τα ιδιαίτερα, και μετά η ανάγκη να έχω κι εγώ μια στέγη.
