“Από δω και πέρα είναι δικό μου” είπε η Άννα Γιαννοπούλου, κολλώντας τα χαρτιά στο πρόσωπο της μητέρας και απαιτώντας να αδειάσει το εξοχικό μέχρι την Κυριακή

Άδικη ευκαιρία, γλυκά τρομακτική και ελπιδοφόρα.
Ιστορίες

Ήταν εκείνο το γλυκό χαμόγελο που της μάθαινα μικρή να βάζει μπροστά στους δασκάλους, όταν ήθελε να τη συμπαθήσουν.

Σήκωσα το βλέμμα μου.

— Άννα, πες μου την αλήθεια. Θέλεις το εξοχικό του Ηλία Αναγνωστόπουλου να περάσει σε μένα ή σε σένα;

Η σιωπή έπεσε βαριά. Ο Ανδρέας έβηξε και κόλλησε τα μάτια του στο κινητό. Η Δάφνη Ορφανίδη άρχισε τάχα να ψάχνει στυλό.

— Μαμά, τι σημασία έχει; Αφού μετά από σένα πάλι σε μένα θα μείνει. Γιατί να μπλέκεις, στην ηλικία σου, με φόρους και διαδικασίες;

«Στην ηλικία σου». Πενήντα πέντε χρονών ήμουν. Στη δουλειά ακόμη με κρατούσαν έστω μισή βάρδια, γιατί οι νεότερες δεν ήξεραν να κάνουν ένεση σε ηλικιωμένο χωρίς να του αφήσουν μελανιά.

— Λοιπόν, άκου, — είπα χαμηλόφωνα. — Θα το σκεφτώ. Μέχρι το άλλο Σαββατοκύριακο.

Η Άννα έσφιξε τα χείλη, μα συγκρατήθηκε.

— Εντάξει. Μόνο μην το τραβήξεις πολύ. Αυτά θέλουν και μισό χρόνο για να τελειώσουν.

Μόλις έφυγαν, άνοιξα το σερβάν και έβγαλα τα δικά μου χαρτιά. Χάιδεψα με τα δάχτυλα την ανάγλυφη σφραγίδα και τηλεφώνησα στη Φωτεινή Βενιζέλου.

— Φωτεινή μου, λέω να ετοιμάσουμε ακόμη ένα έγγραφο.

Κι ύστερα ήρθε κάτι που, ακόμη και τώρα που το θυμάμαι, με παγώνει.

Τρεις μέρες αργότερα η Άννα με πήρε τηλέφωνο. Η φωνή της είχε γίνει σκληρή σαν μέταλλο.

— Μαμά, τα έμαθα όλα. Ο θείος Ηλίας είχε αφήσει διαθήκη στο όνομά σου. Το ήξερες;

— Το ήξερα, — απάντησα ήρεμα, ανακατεύοντας τη μαρμελάδα στην κατσαρόλα.

— Και δεν είπες τίποτα; Μαμά, είσαι στα καλά σου; Μιλάμε για τεράστια περιουσία! Ήθελες να τα κρατήσεις όλα για πάρτη σου;

— Άννα, ο αδελφός μου τα άφησε σε μένα. Προσωπικά. Μαζί με γράμμα.

— Ποιο γράμμα; Δείξ’ το μου!

— Όχι.

Μία λέξη μόνο. Κοντή, καθαρή. «Όχι». Νομίζω πως σε όλη της τη ζωή δεν της την είχα πει ποτέ έτσι.

— Εσύ… εσύ δεν είσαι καλά. Το Σάββατο ερχόμαστε. Και θα τα μεταβιβάσεις όλα σε μένα. Όπως κάνει μια μάνα. Μια κανονική μάνα, όχι μια εγωίστρια!

Η γραμμή έκλεισε.

Δεν θα πω ψέματα· τα χέρια μου έτρεμαν. Κάθισα και κοίταζα πολλή ώρα έξω από το παράθυρο. Σκεφτόμουν μήπως έκανα λάθος. Μήπως, στο κάτω κάτω, ήταν το παιδί μου, το αίμα μου…

Ύστερα θυμήθηκα τον Ηλία στο νοσοκομείο. Πώς κρατούσε το χέρι μου και μου έλεγε: «Σταματία, είσαι καλός άνθρωπος. Όλοι σε χρησιμοποιούν, κι εσύ παραμένεις καλή».

Και τότε σταμάτησα να τρέμω.

Το Σάββατο εμφανίστηκαν και οι τρεις: η Άννα, ο Ανδρέας και η Δάφνη. Η κόρη μου μπήκε χωρίς ένα «καλημέρα» και πέταξε τα χαρτιά της πάνω στο τραπέζι.

— Μαμά, τι κάθεσαι έτσι; Υπέγραψε εδώ κι εδώ, και μέχρι την Κυριακή άδειασε το εξοχικό. Είναι δικό μου πια.

Σκούπισα τα χέρια μου στην ποδιά. Από την τσέπη της ρόμπας έβγαλα το δικό μου διπλωμένο χαρτί, το άνοιξα και το ακούμπησα δίπλα στη δική της στοίβα.

— Αυτό τι είναι; — μισόκλεισε τα μάτια η Άννα.

— Αυτό, Αννούλα μου, είναι δωρεά. Από μένα. Για το εξοχικό στην Τρίπολη.

Τα μάγουλά της κοκκίνισαν από χαρά.

— Σε μένα;

— Όχι, καρδιά μου. Στο παιδικό χόσπις της Λάρισας.

Ψίθυροι Ζωής