παύει να τη χρειάζονται κάθε μέρα και γίνεται χρήσιμη μόνο όταν τους βολεύει. Να κρατήσει τα εγγόνια. Να πλάσει μπιφτέκια για την κατάψυξη. Να δανείσει λίγα χρήματα «μέχρι να πληρωθούμε» — που μέσα σε δέκα χρόνια τα είδα πίσω όλες κι όλες δυο φορές.
Το εξοχικό μου, εκείνο που είχαμε χτίσει κάποτε μαζί με τον μακαρίτη τον άντρα μου, η Άννα Γιαννοπούλου το είχε από καιρό λογαριάσει δικό της. Και τίνος να ήταν, δηλαδή; «Μαμά, το τριήμερο θα έρθουμε, άναψε λίγο το τζάκι». «Μαμά, τον Κωνσταντίνο Παύλου θα τον αφήσουμε σε σένα όλο το καλοκαίρι». «Μαμά, βάψε λίγο τον φράχτη για τον Ανδρέα, δεν προλαβαίνει».
Εγώ δεν έφερνα αντίρρηση. Έτσι είμαι, ήσυχος άνθρωπος. Σαράντα χρόνια νοσοκόμα δεν μαθαίνεις να κάνεις πόλεμο· μαθαίνεις να χαμογελάς και να κάνεις ενέσεις.
Για την κληρονομιά του Ηλία Αναγνωστόπουλου δεν είπα κουβέντα στην Άννα. Ούτε μισή. Δεν ξέρω κι εγώ τι με έπιασε· κάτι σκίρτησε μέσα μου. Τα κανόνισα όλα μέσω της Φωτεινής Βενιζέλου, αθόρυβα, χωρίς φασαρίες. Τα χαρτιά τα έκρυψα στο σκρίνιο, πίσω από το καλό σερβίτσιο — εκείνο που η Άννα δεν μπορούσε ούτε να βλέπει.
Έναν μήνα αργότερα άρχισαν τα παράξενα τηλεφωνήματα.
— Μαμά, εσύ ήξερες ότι ο θείος Ηλίας είχε κι άλλο εξοχικό;
Πάγωσα με το κινητό κολλημένο στο αυτί. Ήμουν στην κουζίνα και καθάριζα πατάτες.
— Από πού σου ήρθε αυτό, Άννα μου;
— Ο Ανδρέας έπιασε κουβέντα στη δουλειά μ’ έναν τύπο που μένει στην Τρίπολη. Του είπε πως το οικόπεδο του θείου Ηλία δεν έχει τακτοποιηθεί ακόμα. Μαμά, αυτό είναι κληρονομιά! Πρέπει να τρέξουμε αμέσως, πριν μας το αρπάξει κανείς!
Η λέξη που κράτησα ήταν το «μας». Όχι «εσένα, μαμά». Μας.
— Άννα, θα το κοιτάξω εγώ.
— Μαμά, εσύ δεν καταλαβαίνεις από τέτοια χαρτιά! Θα τα αναλάβω εγώ. Εσύ μόνο να μου υπογράψεις ένα πληρεξούσιο για τη διαχείριση της υπόθεσης. Έχω μια φίλη δικηγόρο, λέει πως έτσι θα γίνει πιο απλά.
Εκείνη τη στιγμή κάτι έκανε κλικ στο κεφάλι μου. Σιγανό, καθαρό, σαν κλειδαριά χρηματοκιβωτίου.
Μάνα της είμαι. Την ξέρω. «Πληρεξούσιο για τη διαχείριση», στο όνομά μου, σήμαινε να τακτοποιηθούν όλα και ύστερα να περάσουν αλλού. Πάνω της, φυσικά. Δικηγόρος δεν είμαι, αλλά σαράντα χρόνια άκουγα ιστορίες στους θαλάμους· τέτοια κόλπα στήνονταν εκεί μέσα που σου σηκωνόταν η τρίχα.
— Καλά, κορίτσι μου. Έλα το Σάββατο. Θα υπογράψω.
Έκλεισα. Κάθισα στην καρέκλα. Κοίταξα τις πατάτες μπροστά μου. Και για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια γέλασα δυνατά, μόνη μου, μέσα στην άδεια κουζίνα.
Το Σάββατο η Άννα δεν εμφανίστηκε μόνη. Έφερε μαζί της τον Ανδρέα και τη «φίλη δικηγόρο» — ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι πέντε, μυτερό σαν καρφί, χωμένο σ’ ένα ταγιέρ που δεν της καθόταν καλά.
— Μαμά, από δω η Δάφνη Ορφανίδη. Θα μας βοηθήσει με τα έγγραφα.
Η Δάφνη άπλωσε τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι μου σαν βεντάλια, λες κι ετοιμαζόταν να ρίξει χαρτιά.
— Κυρία Σταματία Ελευθερίου, εδώ είναι το γενικό πληρεξούσιο, εδώ η συναίνεση για την τακτοποίηση, κι εδώ η παραίτηση από το προτιμησιακό δικαίωμα…
— Η παραίτηση από τι πράγμα; — ρώτησα αργά, κοιτάζοντας τα δουλεμένα μου χέρια.
— Ε… ένα τυπικό έγγραφο είναι, — είπε η Άννα, φορώντας αμέσως το παλιό, μαθημένο της χαμόγελο.
