— Μαμά, τι στέκεσαι έτσι σαν άγαλμα; Υπέγραψε εδώ κι εδώ, και μέχρι την Κυριακή άδειασε το εξοχικό. Από δω και πέρα είναι δικό μου.
Η Άννα Γιαννοπούλου μού κόλλησε τα χαρτιά σχεδόν στο πρόσωπο, με ύφος λες και της είχα δώσει λάθος ρέστα στο ταμείο. Όχι κόρη· εφοριακός έλεγχος με πόδια. Σκούπισα αργά τα χέρια μου στην ποδιά — μύριζαν άνηθο και φύλλα φραγκοστάφυλου, γιατί εκείνη την ώρα έκλεινα αγγουράκια σε βάζα — και την κοίταξα πολλή ώρα, χωρίς να βιαστώ να μιλήσω.
Και μέσα μου είπα: «Επιτέλους. Το περίμενα».
Γιατί κι εγώ είχα χαρτιά στην τσέπη της ρόμπας μου. Δικά μου χαρτιά. Και, για να λέμε την αλήθεια, πολύ πιο ενδιαφέροντα από τα δικά της.
Όλα είχαν αρχίσει πριν από μισό χρόνο.

Τον Φεβρουάριο με πήρε τηλέφωνο η συμβολαιογράφος, η Φωτεινή Βενιζέλου. Γνωριζόμασταν καμιά εικοσαριά χρόνια· τον μακαρίτη τον άντρα της τον είχα φροντίσει στην κλινική, τότε που δούλευα νοσηλεύτρια. Σαράντα χρόνια στην υπηρεσία, δεν ήταν λίγα.
— Σταματία Ελευθερίου, κάθεσαι; Ο Ηλίας Αναγνωστόπουλος σου άφησε διαθήκη. Μόλις τώρα βρήκα χρόνο να τακτοποιήσω τη θυρίδα του.
Ο Ηλίας Αναγνωστόπουλος ήταν ο αδελφός μου. Ο μεγάλος. Πέθανε πριν από τρία χρόνια, μόνος του, χωρίς γυναίκα και παιδιά. Νόμιζα πως από εκείνον είχε μείνει μόνο ένα δυάρι στη Λάρισα, που τότε μοιράστηκε κανονικά στους κληρονόμους: το ένα τρίτο σε μένα, τα υπόλοιπα στα ξαδέλφια.
— Φωτεινή, τι διαθήκη λες; Αφού τα κανονίσαμε όλα.
— Κάθεσαι ή όχι; Το εξοχικό του στην Τρίπολη. Δύο στρέμματα, με σπίτι. Το είχε γράψει αποκλειστικά σε σένα, με ξεχωριστή διαθήκη, από το 2020. Κι εγώ έμεινα άφωνη. Ήταν σε άλλον φάκελο· η παλιά γραμματέας μου τα είχε μπερδέψει.
Κάθισα στο σκαμνί, εκεί, μέσα στον διάδρομο. Τα αυτιά μου βούιξαν. Εξοχικό στην Τρίπολη, δίπλα στον καινούριο δρόμο που άνοιξαν πέρσι. Εκεί κάθε εκατό τετραγωνικά έπιαναν περίπου 10.000 €. Δύο στρέμματα συνολικά· κάντε μόνοι σας τον λογαριασμό.
— Και… γιατί δεν μου το είπε;
— Διάβασε το σημείωμα. Άφησε ένα για σένα.
Πήγα στη Φωτεινή την ίδια κιόλας μέρα. Μέσα στον φάκελο του Ηλία Αναγνωστόπουλου υπήρχε ένα καρό χαρτάκι, γραμμένο με τα στραβά του γράμματα:
«Σταματία, αυτό είναι για σένα. Μόνο για σένα. Όχι για την Άννα Γιαννοπούλου. Δύο χρόνια στο νοσοκομείο δεν ήρθε ούτε μία φορά, παρόλο που της το ζήτησα. Εσύ με τάιζες με το κουταλάκι. Μην της δώσεις χρήματα· θα τα φάει και δεν θα καταλάβει τίποτα. Κράτησέ το για τα γεράματά σου. Ηλίας.»
Έμεινα εκεί και έκλαιγα. Όχι για τα λεφτά. Έκλαιγα επειδή ο αδελφός μου είχε δει. Εκείνος, που ήταν ξαπλωμένος με σωληνάκια, είχε καταλάβει πως ήμουν άνθρωπος, όχι υπηρέτρια.
Την Άννα Γιαννοπούλου τη μεγάλωσα μόνη μου από τότε που ήταν έξι χρονών. Ο άντρας μου έφυγε με μια πωλήτρια από το σούπερ μάρκετ· ας έζησε ευτυχισμένος μαζί της. Εγώ κουβάλησα στις πλάτες μου δύο ανθρώπους: την κόρη μου και τη μάνα μου, που ήταν κατάκοιτη. Ύστερα έθαψα τη μητέρα μου, η Άννα Γιαννοπούλου μεγάλωσε και παντρεύτηκε τον Ανδρέα Κωστόπουλο — όχι κακό παιδί, γενικά, μόνο που κάτω από το τακούνι της δεν σήκωνε κεφάλι.
Και ξέρετε πώς γίνεται αυτό με τις μανάδες.
