“Πού είναι τα κλειδιά από το εξοχικό σου; Εκεί θα μείνει η μητέρα μου” είπε ο σύντροφός της — η Αλεξάνδρα πάγωσε, περιμένοντας το δαχτυλίδι

Αδικαιολόγητα προδομένη, ζητούσε επιτακτικά νόμιμη ασφάλεια.
Ιστορίες

— Πανηγύρι στήσατε; — ξεφώνισε η Βασιλική Οικονόμου. — Εγώ πούλησα το σπίτι μου κι εσύ με πετάς στον δρόμο; Αλεξάνδρα, εγώ σε είχα σαν παιδί μου… Σε αγάπησα. Κι εσύ τώρα…

— Κυρία Βασιλική — είπε η Αλεξάνδρα Παπακώστα με φωνή ήρεμη, ανοίγοντας διάπλατα την εξώπορτα —, μπερδεύετε τα αισθήματά σας με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ.

Ο Ανδρέας Καραγιάννης άρπαξε απότομα το χερούλι της βαλίτσας.

— Και πού θα πάμε τώρα;

Μόνο όταν η Αλεξάνδρα έβγαλε στο πλατύσκαλο και την τελευταία σακούλα και ακούμπησε δίπλα της τα αθλητικά του, κατάλαβε πως δεν επρόκειτο για απειλή ούτε για σκηνή της στιγμής.

— Εσύ επέμενες να πουληθεί το διαμέρισμα. Είσαι ενήλικος άντρας, Ανδρέα. Οι επιλογές έχουν και συνέπειες. Το πού θα μείνετε από δω και πέρα είναι δικό σας ζήτημα, όχι δικό μου — του είπε. — Δεν είσαι ο άντρας μου.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στο χολ η Παρασκευή Βενιζέλου από τον πέμπτο, τυλιγμένη σε μια πολύχρωμη ρόμπα, με βλέμμα κοφτερό, από εκείνα που έκοβαν μαχαίρι κάθε πονηριά της πολυκατοικίας. Δεν την είχε φωνάξει κανείς. Έμενε απέναντι και δέκα χρόνια τώρα άκουγε τα πάντα από το κλιμακοστάσιο.

— Θα κάτσω εδώ λιγάκι — ανακοίνωσε και βολεύτηκε σε ένα σκαμνάκι που, κανείς δεν κατάλαβε πώς, είχε φέρει μαζί της. — Να σας έχω στο μάτι. Μην τυχόν και βγάλει πόδια καμιά τηλεόραση.

Η Βασιλική έπιασε το στήθος της θεατρικά.

— Δεν είμαι καλά. Μου ανέβηκε η πίεση. Με τσιμπάει η καρδιά μου. Θα σωριαστώ κάτω από στιγμή σε στιγμή.

— Μισό λεπτό.

Η Αλεξάνδρα άνοιξε το κουτί πρώτων βοηθειών στο χωλ, έβρεξε λίγο βαμβάκι με αμμωνία και της το κράτησε κάτω από τη μύτη. Η Βασιλική τινάχτηκε, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαφνικά το βλέμμα της καθάρισε.

— Ζείτε, όπως βλέπω — παρατήρησε η Αλεξάνδρα. — Ασθενοφόρο δεν καλώ. Δεν διακρίνω κάτι επείγον.

— Μάγισσα… — σύριξε η Βασιλική. — Μακάρι να…

— Φτάνει — την έκοψε η Παρασκευή. — Δεν φτύνουμε στο χαλί του άλλου. Τα πράγματά σας είναι εκεί.

Ο Ανδρέας έκανε ακόμη μερικές απόπειρες να τη λυγίσει. Πότε με υποσχέσεις, πότε με κατηγορίες.

— Θα τα διορθώσω όλα, ακούς; Θα σου πάρω δαχτυλίδι, εντάξει; Μη με ξεφτιλίζεις έτσι. Ας το συζητήσουμε. Μάνα έχω μόνο μία. Είσαι σκληρή. Ποιος θα σου δώσει ένα ποτήρι νερό στα γεράματα;

— Ρώτα γι’ αυτό εκείνους που πουλάνε τα σπίτια των ηλικιωμένων για να πάρουν αμάξι — αποκρίθηκε εκείνη.

Δεν υπήρχε υστερία στη φωνή της. Μόνο διαύγεια.

Η πόρτα έκλεισε. Στο διάδρομο ακούστηκε το τρίξιμο από τα ροδάκια των βαλιτσών που γρατζουνούσαν το πάτωμα. Η Βασιλική μουρμούριζε ακόμη κάτι για «αχάριστους», ο Ανδρέας πέταξε χαμηλόφωνα ένα «θα το μετανιώσεις», κι ύστερα ησυχία.

Η Αλεξάνδρα ένιωσε ρίγος να τη διαπερνά. Τα δάχτυλά της έτρεμαν, όμως δεν άπλωσε το χέρι για ηρεμιστικά. Η Παρασκευή της έφερε ένα ποτήρι νερό.

— Μπράβο σου — είπε η γειτόνισσα. — Άργησε, αλλά έγινε. Τον είχα καταλάβει εγώ τον “αγαπημένο” σου. Μόνο ό,τι γυάλιζε και κουδούνιζε αγαπούσε.

— Ευχαριστώ, Παρασκευή.

— Μη με ευχαριστείς εμένα. Τον εαυτό σου να ευχαριστείς. Άντεξες.

Όταν το σπίτι άδειασε, η Αλεξάνδρα κάθισε σε μια καρέκλα. Δεν την τρόμαζε η σιωπή. Την τρόμαζε το κενό που μένει όταν, αντί για λόγια αγάπης, έχουν απομείνει μόνο ξένες χαρτοπετσέτες, τσιγκουνιές και σχέδια πάνω στην περιουσία σου.

Τότε της ήρθε καθαρά μια σκέψη: «Άντρες τέλος». Όχι επειδή τάχα δεν τη χρειαζόταν κανείς. Αλλά γιατί εκείνη δεν όφειλε πια να αποδεικνύει σε κανέναν ότι θα ήταν «καλή σύζυγος». Είχε κουραστεί από τα παιχνίδια οικογένειας που πάντα έβγαιναν στραβά. Από δω και πέρα θα φύλαγε την ηρεμία της.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν ο Ιωάννης Μακρής.

— Μαμά, φτάσαμε. Σχεδόν τα καθαρίσαμε όλα. Η Σοφία βρήκε κούπες με κίτρινες μαργαρίτες και λέει πως αυτές θα είναι οι “γιορτινές” μας. Εγώ στερέωσα το ράφι της κουζίνας και έσφιξα τη βρύση, γιατί έσταζε λίγο. Είναι όμορφα εδώ. Σαν να αναπνέεις πιο ελεύθερα. Σε ευχαριστούμε.

Στα λόγια του δεν υπήρχε μόνο ευγνωμοσύνη. Υπήρχε και σιγουριά.

— Να ζήσετε εκεί, παιδί μου — είπε η Αλεξάνδρα. — Να μεγαλώσει το εγγόνι μου σ’ εκείνο το σπίτι. Αύριο θα έρθω να σας φέρω κουρτίνες και σεντόνια. Θα δω και τι άλλο χρειάζεται να τακτοποιηθεί.

Το ακουστικό το πήρε η Σοφία Σιδέρη.

— Κυρία Αλεξάνδρα, μας σώσατε. Σαν να έφυγε μια πέτρα από πάνω μου… — σταμάτησε για λίγο. — Συγγνώμη, δεν θέλω να λέω μεγάλες κουβέντες. Απλώς είμαι ευτυχισμένη. Είδαμε τις μηλιές. Θα μάθω να φτιάχνω την πίτα σας, εκείνη με τη μαρμελάδα. Και θα σας καλούμε για τσάι. Σας ευχαριστούμε.

— Σοφία — της είπε η Αλεξάνδρα —, δεν θα σε μάθω πρώτα πίτες. Θα σε μάθω να βρίσκεις χρόνο να ξεκουράζεσαι. Τα υπόλοιπα θα έρθουν μόνα τους.

Έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε το φόρεμα που κρεμόταν ακόμη στην ντουλάπα. Ας έμενε εκεί. Σαν υπενθύμιση.

Μπροστά της υπήρχε τώρα μια καινούρια κούνια, μικροσκοπικά φορμάκια και ανθισμένες μηλιές. Ήταν αρκετά για να πιστέψει όχι στα «θαύματα» των άλλων, αλλά στη δική της ευτυχία.

Ψίθυροι Ζωής