“Πού είναι τα κλειδιά από το εξοχικό σου; Εκεί θα μείνει η μητέρα μου” είπε ο σύντροφός της — η Αλεξάνδρα πάγωσε, περιμένοντας το δαχτυλίδι

Αδικαιολόγητα προδομένη, ζητούσε επιτακτικά νόμιμη ασφάλεια.
Ιστορίες

Χτύπησε ελαφρά το ποτήρι με το πιρούνι.

— Λοιπόν — σηκώθηκε, παίρνοντας ύφος επίσημο, σχεδόν θεατρικό — έφτασε η στιγμή του δώρου.

Η Αλεξάνδρα ούτε να ανοιγοκλείσει τα μάτια δεν τολμούσε. Μέσα στο μυαλό της είχε ήδη στηθεί μια μικρή ταινία: εκείνος να βγάζει ένα βελούδινο κουτάκι, να κάνει κάποιο αστείο, να αφαιρεί δήθεν από το μπρελόκ ένα δαχτυλίδι και ύστερα να γονατίζει μπροστά της. Δεν άκουσε καν τον Ιωάννη, που έσκυψε προς τη Σοφία και της ψιθύρισε: «Κράτα τη μαμά, αν χρειαστεί». Εκείνος δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στον Ανδρέα, φαινόταν καθαρά. Παρ’ όλα αυτά, για χάρη της μητέρας του ήθελε να πιστέψει σε ένα θαύμα. Μόνο που οι ενήλικοι άντρες σπάνια πιστεύουν στα θαύματα.

Ο Ανδρέας άφησε τη σιωπή να τραβήξει όσο μπορούσε και έπειτα τράβηξε από τη σακούλα ένα άχαρο πακέτο χωρίς σχήμα. Ήταν φόρεμα. Χρώμα γκριζοπράσινο, ύφασμα χοντρό, πλεκτό, από εκείνα που τα διαφημίζουν ως «αναπνέοντα», με ζιβάγκο, πεσμένους ώμους, μήκος μέχρι το γόνατο και γραμμή που έμοιαζε να έχει σχεδιαστεί μόνο για να «κρύβει». Πάνω στην ετικέτα φώναζε ένα μεγάλο αυτοκόλλητο: «Έκπτωση 70%».

— Το ψάξαμε αρκετά — είπε η Βασιλική Οικονόμου, κουνώντας επιδοκιμαστικά το κεφάλι. — Κοίτα τι ωραία απόχρωση. Πρακτική. Αν λερωθεί, δεν θα φαίνεται. Και το ύφασμα; Βισκόζη, όχι κανένα φτηνό συνθετικό.

Πέρασε το χέρι της πάνω από το φόρεμα με προκλητική οικειότητα και έριξε μια ματιά στην τιμή.

— Και το σημαντικότερο, ήταν ευκαιρία. Με την κάρτα πελάτη βγήκε μόλις τριάντα ευρώ. Αυτό, παρεμπιπτόντως, το κανόνισα εγώ. Από το κατάστημα «Lady-Comfort». Ακριβώς για την ηλικία σας.

Η Σοφία έμεινε ακίνητη σαν να πάγωσε. Ο Ιωάννης σήκωσε το ποτήρι του και για μια στιγμή έκρυψε πίσω του το πρόσωπό του. Η Αλεξάνδρα χλώμιασε. Το δαχτυλίδι, που πριν από λίγο είχε λάμψει στη φαντασία της, διαλύθηκε σαν αντικατοπτρισμός. Μπροστά της έβλεπε μόνο εκείνο το πλαδαρό ύφασμα, τη γραμμή που έκοβε άκομψα τη μέση και τη λέξη «ηλικία» να στέκεται σαν καρφί. Σαν να την ανάγκασε κάποιος άλλος να μιλήσει, ψέλλισε:

— Ευχαριστώ. Είναι πολύ… χρήσιμο.

— Θα μπορούσες να δείξεις λίγη περισσότερη χαρά — πετάχτηκε αμέσως η Βασιλική. — Δεν παίρνουν κάθε μέρα οι γυναίκες τέτοια δώρα. Ανδρέα, πες της κι εσύ.

— Αλεξάνδρα, μη μας χαλάς τη βραδιά — είπε ο Ανδρέας με ένα στραβό χαμόγελο. — Προσπάθησα, στο κάτω κάτω.

Ο Ιωάννης κοίταξε τη μητέρα του.

— Μαμά, μήπως να φέρουμε το γλυκό; — είπε βιαστικά, σαν να έκοβε τη σκηνή πριν καταρρεύσει εντελώς.

Όταν οι καλεσμένοι έφυγαν, η Αλεξάνδρα κρέμασε προσεκτικά το φόρεμα στην ντουλάπα. Το έκανε με εκείνη την άψογη τάξη που κρατά κανείς για πράγματα ξένα, πράγματα που δεν θέλει πραγματικά να αγγίξει. Ο Ανδρέας, φυσικά, δεν άντεξε να σιωπήσει.

— Αχάριστη είσαι. Θα μπορούσες έστω να το δοκιμάσεις. Οι κανονικές γυναίκες, με τέτοια δώρα, πέφτουν στον λαιμό του άντρα τους.

— Εγώ περίμενα πρόταση γάμου — απάντησε ήρεμα εκείνη. — Εσύ ο ίδιος είπες ότι θα το θυμάμαι για καιρό.

— Έλα τώρα, τι σχέση έχω εγώ με σφραγίδες και χαρτιά; — αντέδρασε απότομα. — Ζούμε μαζί, αυτό αρκεί. Εμένα έτσι με βολεύει, κι εσένα έτσι πρέπει να σου αρκεί. Ο γάμος είναι ουρές σε υπηρεσίες και μετά, αν στραβώσει κάτι, μοίρασμα περιουσίας. Θέλεις να μοιράζουμε πιάτα στο διαζύγιο; Εγώ όχι. Άσε που η πρώην μου ακόμα μου σπάει τα νεύρα. Δεν σκοπεύω να τρέχω πάλι σε δικαστήρια.

— Πολύ βολικό — είπε η Αλεξάνδρα. — Όλα είναι κανονισμένα υπέρ σου.

— Μην αρχίζεις.

Δεν άρχισε. Απλώς το κατέγραψε μέσα της.

Έναν μήνα αργότερα, στο εργοστάσιο όπου δούλευε ο Ιωάννης, ξεκίνησαν οι λεγόμενες «βελτιστοποιήσεις». Το τμήμα κόπηκε στη μέση, εκείνον τον έβαλαν σε μισή απασχόληση, οι πληρωμές καθυστερούσαν, τα μπόνους εξαφανίστηκαν και οι δεύτερες δουλειές απαγορεύτηκαν. Στο νοικιασμένο δυάρι τους, ο χώρος δεν ήταν πια στενός μόνο για τα σώματα, αλλά και για τα χρήματα.

— Μαμά, θα τα καταφέρουμε — της είπε, όμως το βλέμμα του πρόδιδε ότι έκανε συνεχώς λογαριασμούς. — Η Σοφία είναι δυνατή, πήρε επιπλέον ώρες σε ένα εργαστήρι, αλλά αυτά είναι ψίχουλα.

Η Αλεξάνδρα άνοιξε την εφαρμογή της τράπεζας και του έστειλε ένα αξιοπρεπές ποσό. Το έκανε νύχτα. Είχε προηγουμένως σηκώσει μετρητά, τα είχε βάλει στην κάρτα της και παρακάλεσε τον γιο της να μην πει τίποτα. Ο Ανδρέας, με πρόσχημα τον «κοινό οικονομικό σχεδιασμό», ζητούσε να βλέπει τις κινήσεις της και κάθε έμβασμα προς τον γιο της γινόταν αφορμή για διάλεξη.

Κι όμως, κάτι το υποψιάστηκε.

— Σου το έχω πει: σε έναν ενήλικο άντρα δεν χρειάζεται να κάνουμε τον σωτήρα — ανακοίνωσε το πρωί. — Ας κουνηθεί λίγο. Τι είμαστε εμείς, χορηγοί του; Έχουμε κι εμείς στόχους. Θέλω να αγοράσω αυτοκίνητο σύντομα, το θυμάσαι; Η μητέρα μου χρειάζεται κάτι μεγαλύτερο και πιο άνετο. Τα χρήματα είναι κοινό ταμείο. Μην τα σκορπάς.

— Είναι δικά μου χρήματα, Ανδρέα — είπε εκείνη πεισματικά. — Και είναι δικός μου γιος. Εγώ θα αποφασίσω.

— Ζεις μαζί μου, άρα αποφασίζουμε μαζί — είπε, σφίγγοντας τα χείλη σε μια λεπτή γραμμή.

Η Αλεξάνδρα έγνεψε μόνο. Το ίδιο βράδυ, όμως, ξανασήκωσε μετρητά. Τα χρήματα συνέχισαν να φεύγουν από το δικό τους, κρυφό μονοπάτι.

Όταν ο Ιωάννης της ανακοίνωσε: «Η Σοφία είναι έγκυος», η Αλεξάνδρα κάθισε και έκλεισε για λίγο τα μάτια. Δεν βρήκε λόγια. Μόνο μια απλή, καθαρή ευτυχία την πλημμύρισε.

— Θεέ μου — ψιθύρισε. — Σ’ ευχαριστώ. Θα σας βοηθήσω σε όλα.

— Συγχαρητήρια — πέταξε ψυχρά ο Ανδρέας. — Μόνο να το ξεκαθαρίσουμε από τώρα: τα βάρη μιας άλλης οικογένειας δεν θα τα φορτωθούμε εμείς. Εγώ, τουλάχιστον, το λέω καθαρά.

Ψίθυροι Ζωής