— Πού είναι τα κλειδιά από το εξοχικό σου; Εκεί θα μείνει η μητέρα μου — ανακοίνωσε ο σύντροφός της, σαν να επρόκειτο για κάτι ήδη αποφασισμένο.
Η Αλεξάνδρα Παπακώστα ίσιωσε το τραπεζομάντιλο και άφησε το βλέμμα της να γλιστρήσει πάνω στο στρωμένο τραπέζι. Γιορτή μεγάλη. Πενήντα πέντε χρονών, στρογγυλός αριθμός. Στο βάζο υπήρχαν γαρίφαλα, δίπλα μια ζεστή σαλάτα, ρέγγα με παντζάρι, τα περίφημα ρολάκια της με μελιτζάνα. Στην κουζίνα σιγόβραζε το μπορς, που ο Ανδρέας Καραγιάννης κάθε φορά το στραβοκοίταζε λέγοντας πως, χωρίς κρέας, «δεν είναι φαγητό», παρότι κρέας υπήρχε μέσα.
Περίμενε το κουδούνι με ανυπομονησία κοριτσιού και μαζί εκείνο το «θαύμα» για το οποίο εκείνος υπαινισσόταν επί δύο εβδομάδες: «Θα πάρεις δώρο που δεν θα το ξεχάσεις εύκολα». Αν ήταν δαχτυλίδι, τότε επιτέλους δεν θα ήταν απλώς η γυναίκα με την οποία συζούσε. Δεν λαχταρούσε μια κάρτα με ευχές· λαχταρούσε θέση. Ύστερα από ένα θορυβώδες διαζύγιο και δέκα χρόνια μοναξιάς, είχε μάθει πολύ καλά πως η «σύντροφος» χωρίς χαρτί, σε κάθε επίσημη υπόθεση, δεν είναι σχεδόν τίποτα.
Σε χειρουργείο δεν σε αφήνουν να μπεις. Στην κληρονομιά βρίσκεσαι τελευταία και καταϊδρωμένη. Ο λόγος σου δεν μετρά σαν απόφαση. Δεν ήταν πια είκοσι πέντε. Δεν ζητούσε ρομάντζο, αλλά ασφάλεια, τάξη νόμιμη, ένα αναγνωρισμένο μέρος πλάι στον άνθρωπο που θα την έλεγε γυναίκα του και όχι «η Αλεξάνδρα Παπακώστα με την οποία μένω».
Το κουδούνι χτύπησε. Στην πόρτα εμφανίστηκαν ο Ιωάννης Μακρής και η Σοφία Σιδέρη, φορτωμένοι κουτιά και λουλούδια.

— Μαμά, χρόνια πολλά — είπε ο Ιωάννης και την αγκάλιασε γρήγορα, μα σφιχτά. Ψηλός, τριάντα δύο χρονών, μηχανικός σε εργοστάσιο ιατρικού εξοπλισμού. Επτά χρόνια δούλευε εκεί, αθόρυβα και χωρίς παράπονα, όπως ακριβώς είχε δουλέψει κι ο πατέρας του στα καλύτερά του χρόνια. — Η Σοφία είπε πως γιορτή χωρίς ταρτάκια δεν γίνεται.
— Και πολύ σωστά το είπα — χαμογέλασε η Σοφία, βγάζοντας τα παπούτσια της. Ήταν όμορφη κοπέλα, είκοσι έξι χρονών, δασκάλα στις μικρές τάξεις, παντρεμένη μαζί του εδώ και δύο χρόνια. Ακόμη και με τακούνια κινιόταν σβέλτα, σαν παιδί που τρέχει στο διάλειμμα. — Κυρία Αλεξάνδρα, πού έχετε τις πιατέλες; Θα τα τακτοποιήσω αμέσως. Να βάλουμε και τσάι;
— Ευχαριστώ… στο δεξί ράφι.
Η Σοφία είχε ήδη δέσει ποδιά. Έκοβε επιδέξια τα μυρωδικά, ζέσταινε το κοτόπουλο, έβαζε ψωμί στο τραπέζι, κοίταζε αν ήταν έτοιμα τα κεριά. Δεν το έκανε για τα μάτια του κόσμου· φαινόταν πως πραγματικά ήθελε να ελαφρύνει τη μέρα της πεθεράς της.
— Ιωάννη — τον ρώτησε η Αλεξάνδρα —, πώς πάει η δουλειά; Δεν εξαντλείσαι πολύ;
— Εδώ στην Ελλάδα όλοι κάνουν οικονομία — είπε εκείνος κουνώντας το χέρι. — Κοντεύουμε να κοιμόμαστε πάνω στα μηχανήματα. Μην ανησυχείς. Α, Ανδρέα, γεια σου.
Ο Ανδρέας Καραγιάννης βγήκε από το δωμάτιο όπου καθόταν με το κινητό στο χέρι. Σαράντα χρονών, στεγνός, με μοντέρνο κούρεμα, σκουλαρίκι κρίκο και καινούρια αθλητικά. Πάντα έπαιρνε μια θέση λίγο παράμερα: τάχα ως άντρας και «αφεντικό του σπιτιού» δεν είχε δουλειά στην κουζίνα, ενώ στο σαλόνι ήταν ο «αρχηγός». Στην πράξη, απλώς σκρόλαρε στο τηλέφωνό του και σχολίαζε τις κινήσεις των άλλων.
— Πάλι αυτά τα φαγητά της καντίνας σας… — είπε, δείχνοντας με το βλέμμα τις σαλάτες. — Αλεξάνδρα, μη γυρίζεις σαν σβούρα. Θα σερβιριστούμε και μετά θα τα μαζέψεις. Πεινάω.
— Ανδρέα, βοήθησε τουλάχιστον με τα πιάτα — ζήτησε ήρεμα η Σοφία.
— Εμείς έχουμε καταμερισμό εργασιών — αποκρίθηκε εκείνος, στραβώνοντας παιχνιδιάρικα το στόμα. — Εγώ, ας πούμε, υποδέχομαι τους καλεσμένους.
Η Αλεξάνδρα πήγε να χαμογελάσει, μα το βλέμμα της κόλλησε στην είσοδο. Εκεί, στο κατώφλι, χωρίς καν να βγάλει τα παπούτσια της, στεκόταν η Βασιλική Οικονόμου. Φορούσε καρό παλτό, έντονο κραγιόν και κρατούσε τη γνωστή της τσάντα, σαν να ήταν παράσημο. Πρώην κομμώτρια, τώρα συνταξιούχος, υπερήφανη που «πάντα έχει δουλειές». Είχε έρθει στα γενέθλια της συντρόφου του γιου της σαν επιθεωρήτρια, μην τυχόν και γινόταν η «συμφωνία του αιώνα» χωρίς την παρουσία της.
— Να ’μαι κι εγώ — είπε, σαρώνοντας τους πάντες με το μάτι, μετρώντας το τραπέζι και ξινίζοντας τα μούτρα μπροστά στα γαρίφαλα. — Χρόνια πολλά, Αλεξάνδρα μου. Δεν γινόταν να έρθω με άδεια χέρια. Πρέπει να στηρίξω τον γιο μου σε τέτοια μέρα.
— Ευχαριστώ, περάστε μέσα.
Γύρω από το τραπέζι η ατμόσφαιρα γέμισε φωνές. Ο Ιωάννης αστειευόταν, πειράζοντας τη γυναίκα του τόσο όσο χρειαζόταν για να γελάσει, χωρίς να την πληγώσει.
— Σοφία, μην το παρακάνεις — είπε δείχνοντας τα ταρτάκια. — Μετά θα τα καις μέχρι τον Ιούλιο στη γραμμή.
— Σε ποια γραμμή; — ρώτησε μπερδεμένη η Βασιλική.
— Στο σχολείο. Περισσότερες θερμίδες, περισσότερα καθίσματα — απάντησε εκείνος και της έκλεισε το μάτι.
Η Σοφία ξεφύσησε γελώντας.
— Τότε σταμάτα να σπρώχνεις συνέχεια μπροστά μου αυτή την «πολιτεία της μαγιονέζας».
— Εσείς οι δύο ταιριάζετε πολύ — είπε η Αλεξάνδρα, κοιτάζοντάς τους με ζεστασιά.
Ο Ανδρέας εξακολουθούσε να κάθεται κάπως αποτραβηγμένος, σαν σκηνοθέτης που ετοιμαζόταν από στιγμή σε στιγμή να ανακοινώσει την κορύφωση. Στο χέρι του γυάλιζε ήδη το πιρούνι.
