— Να μην την κάνω χειρότερη; — γύρισε και τον κάρφωσε με το βλέμμα. — Και τι νομίζεις πως κάνω τώρα; Προσπαθώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Αυτό είναι το έγκλημα; Πρέπει να στέκομαι αμίλητη όσο με λασπώνουν;
Ο Γιώργος έσφιξε τα δόντια. Στα μάτια του πέρασε εκείνη η γνώριμη σπίθα ενόχλησης, η ίδια που η Αναστασία έβλεπε όλο και πιο συχνά τους τελευταίους μήνες.
— Η μητέρα μου ανησυχεί για εμάς — είπε μέσα από τα δόντια του. — Κι εσύ στήνεις ολόκληρο θέατρο.
Η Αναστασία χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Ένα πικρό, κουρασμένο χαμόγελο.
— Θέατρο. Βέβαια. Πάντα εγώ προκαλώ τις φασαρίες.
Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε τα σπασμένα γυαλιά. Ο παγωμένος αέρας ανακάτεψε τα μαλλιά της και δρόσισε το πρόσωπό της, που έκαιγε από την ένταση.
— Ξέρεις, Γιώργο, στ’ αλήθεια πίστευα πως είμαστε ομάδα. Πως όταν κάτι πάει στραβά, θα σταθείς δίπλα μου. Όμως εσύ, κάθε φορά, διαλέγεις εκείνους.
— Είναι η οικογένειά μου! — ξέσπασε εκείνος.
— Κι εγώ τι είμαι; — ρώτησε η Αναστασία. — Περαστική από τη ζωή σου;
Η Θεοδώρα Νικολαΐδου ξεφύσηξε περιφρονητικά.
— Τα βλέπεις, γιε μου; Θέλει να σε στρέψει εναντίον μας! Κλασική χειριστική συμπεριφορά!
— Χειριστική — επανέλαβε αργά η Αναστασία. — Δηλαδή, όταν ζητώ από τον άντρα μου να με στηρίξει, αυτό λέγεται χειραγώγηση;
— Θέλεις να τον βάλεις να διαλέξει ανάμεσα σε εμάς και σε σένα! — ούρλιαξε η πεθερά της.
— Όχι. Θέλω μόνο να με δει. Να με ακούσει έστω μία φορά. — Η φωνή της ράγισε. — Αλλά δεν θέλει. Του είναι πιο εύκολο να πιστεύει πως για όλα φταίω εγώ.
Ο Γιώργος πέρασε νευρικά το χέρι μέσα από τα μαλλιά του. Ήταν φανερό πως δεν περίμενε αυτή την αντίδραση. Δεν την είχε συνηθίσει έτσι. Ως τώρα η Αναστασία υποχωρούσε γρήγορα: κλεινόταν στην κουζίνα, έκλαιγε σιωπηλά στο μαξιλάρι της και ύστερα έκανε πως τίποτα δεν είχε συμβεί. Εκείνη τη μέρα, όμως, κάτι είχε μετακινηθεί μέσα της.
— Άκου — άρχισε εκείνος πιο ήπια, σαν να προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια. — Ας ηρεμήσουμε. Θα βάλουμε καινούριο τζάμι, θα αλλάξουμε την κλειδαριά. Ας το αφήσουμε πίσω μας.
— Να το αφήσουμε πίσω μας — επανέλαβε εκείνη σαν άδειο αντίλαλο. — Όπως πάντα. Όπως «αφήσαμε πίσω» και τα γενέθλιά μου, που δεν ήρθες γιατί η μαμά σου σε ήθελε να τη βοηθήσεις στο εξοχικό. Όπως ακυρώσαμε εκείνο το ταξίδι, επειδή ο Πάνος χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Όπως…
— Φτάνει! — φώναξε ο Γιώργος.
Η Αναστασία σταμάτησε. Όχι από φόβο. Από έκπληξη. Δεν της είχε μιλήσει ποτέ έτσι.
— Τώρα θα ανοίξεις κατάλογο με όλα τα παράπονα των τελευταίων πέντε χρόνων; Σοβαρά μιλάς;
— Γιατί όχι; — ρώτησε χαμηλά. — Ή μήπως πρέπει πράγματι να σωπάσω;
Η Θεοδώρα Νικολαΐδου κούνησε το κεφάλι με ικανοποίηση.
— Έτσι, γιε μου. Βάλ’ τη στη θέση της. Έχει ξεφύγει εντελώς.
Και τότε η Αναστασία κατάλαβε. Αυτό ήταν. Είχε τελειώσει. Μπορούσε να εξηγεί, να επιχειρηματολογεί, να παρακαλάει μέχρι να εξαντληθεί. Για εκείνους η απόφαση είχε ήδη βγει.
Ήταν η δύστροπη, υστερική, αχάριστη νύφη που δεν εκτιμούσε τον Γιώργο και χάλαγε την «ησυχία» της οικογένειας.
— Ξέρετε κάτι; — είπε, και η φωνή της ξαφνικά έγινε παράξενα ήρεμη. — Κάντε ό,τι θέλετε. Φτιάξτε το παράθυρο. Αλλάξτε την κλειδαριά. Μόνο που θα το κάνετε χωρίς εμένα.
Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τράβηξε από την ντουλάπα μια τσάντα. Ο Γιώργος την ακολούθησε μόνο με το βλέμμα, χωρίς να κάνει βήμα.
— Πού νομίζεις ότι πας; — ρώτησε καχύποπτα η Θεοδώρα Νικολαΐδου.
Η Αναστασία δεν απάντησε. Έριξε μέσα στην τσάντα ό,τι έπιασε πρώτο το χέρι της: ένα τζιν, ένα πουλόβερ, ένα νεσεσέρ. Τα δάχτυλά της έτρεμαν, μα οι κινήσεις της είχαν αποφασιστικότητα.
— Αναστασία, περίμενε — είπε επιτέλους ο Γιώργος. — Μην το κάνεις αυτό.
— Θα το κάνω — απάντησε χωρίς να γυρίσει. — Αυτή τη φορά πρέπει.
— Ξέρεις πολύ καλά πως είναι ανοησία.
Η Αναστασία βγήκε από το δωμάτιο κρατώντας την τσάντα. Τον κοίταξε. Τον άντρα με τον οποίο είχε μοιραστεί πέντε χρόνια. Εκείνον που κάποτε της έφερνε λουλούδια χωρίς λόγο, τη φιλούσε στην είσοδο της πολυκατοικίας και της ψιθύριζε πως εκείνη ήταν η ευτυχία του.
Πού είχε πάει εκείνος ο Γιώργος; Υπήρξε στ’ αλήθεια ποτέ;
— Ανοησία είναι να μένεις εκεί όπου δεν σε υπολογίζουν — είπε.
Η πεθερά της γέλασε ειρωνικά.
— Τα βλέπεις, γιε μου; Να ο πραγματικός της χαρακτήρας! Με την πρώτη δυσκολία, το βάζει στα πόδια!
Η Αναστασία χαμογέλασε.
— Με την πρώτη; Θεοδώρα Νικολαΐδου, αυτή είναι τουλάχιστον η εκατοστή. Αν όχι η χιλιοστή. Απλώς μέχρι τώρα έκανα υπομονή.
Προχώρησε προς την πόρτα. Ο Γιώργος μπήκε μπροστά της.
— Στάσου. Πρέπει να μιλήσουμε.
— Για ποιο πράγμα; — Η Αναστασία τον κοίταξε κατάματα. — Για το πόσο άδικο έχω; Για το ότι πρέπει να ζητήσω συγγνώμη από τον Πάνο επειδή έσπασε το παράθυρο; Ή μήπως για το πώς θα έπρεπε να ευχαριστήσω τη μητέρα σου για όλα όσα μου είπε;
