“Δεν αντέχω άλλο να μένω με μια συνταξιούχο” — το είπε ο άντρας χωρίς να σηκώσει τα μάτια του, καθώς είχε ήδη φτιάξει βαλίτσα και εκείνη απάντησε ψυχρά

Θλιβερό, απαράδεκτο ξύπνημα μιας καθημερινής αγάπης.
Ιστορίες

Λίγη ώρα αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Ιωάννα.

— Μαμά, είσαι στα καλά σου; Ο μπαμπάς έμεινε χωρίς αυτοκίνητο. Λέει πως τον έμπλεξες επίτηδες με την τράπεζα. Ισχύει;

— Ισχύει, κόρη μου.

— Μαμά… είναι ο πατέρας μου. Κλαίει, το καταλαβαίνεις;

— Ιωάννα, σ’ αγαπώ όσο τίποτα. Αλλά αυτό το θέμα θα το κλείσουμε εδώ. Για σένα θα είναι πάντα πατέρας. Για μένα όμως δεν είναι πια σύζυγος. Οι λογαριασμοί μας χωρίστηκαν. Εκείνος έχει τους δικούς του, εγώ τους δικούς μου.

Στην άλλη άκρη απλώθηκε σιωπή. Ύστερα, σχεδόν ψιθυριστά, είπε:

— Έχεις αλλάξει πολύ.

— Όχι, Ιωάννα. Απλώς έγινα εγώ. Για πρώτη φορά μετά από τριάντα δύο χρόνια.

Και έκλεισα.

Το όπλο είχε πια εκπυρσοκροτήσει. Το δεύτερο. Και, για να είμαι ειλικρινής, εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα αν έπρεπε να νιώσω ανακούφιση ή λύπη, γιατί από το ακουστικό άκουγα την κόρη μου να πνίγει τους λυγμούς της.

Πέρασε ένας χρόνος.

Για τον Αλέξανδρο Θεοχαρίδη μάθαινα νέα σκόρπια, από δω κι από κει. Κυρίως από την Ιωάννα. Συνέχιζε να μου τηλεφωνεί, αν και από τον Οκτώβριο έπαψε να λέει «ο μπαμπάς» και άρχισε να λέει απλώς «εκείνος».

Την Toyota του την πήραν τον Μάρτιο. Η Δανάη Βασιλείου αρνήθηκε να μπει εγγυήτρια· είπε πως δεν είχε πάει μαζί του «για να πληρώνει τα χρέη του». Γάμο, παρεμπιπτόντως, δεν έκαναν ποτέ. Έμεναν στο νοικιασμένο της δυάρι στην άκρη της πόλης, και, όπως καταλάβαινα από όσα άκουγα, κάθε μήνα τα πράγματα χειροτέρευαν.

Τον Αύγουστο τον πέταξε έξω.

Ήταν Τετάρτη βράδυ όταν με πήρε η Ιωάννα, κλαίγοντας.

— Μαμά, με παίρνει συνέχεια. Λέει πως δεν έχει πού να πάει. Δεν έχει σπίτι, δεν έχει αμάξι, η Δανάη του έβγαλε τις βαλίτσες στην πόρτα. Του είπε, λέει: «Δεν αντέχω άλλο να ζω με έναν χρεωμένο άνθρωπο».

Εγώ καθόμουν στην κουζίνα και καθάριζα πατάτες. Μία μερίδα μόνο. Πλέον μαγειρεύω πάντα για μία. Λιγότερες πατάτες χρειάζονται, λιγότερα ψώνια χαλάνε.

— Μαμά, με ακούς;

— Σε ακούω.

— Θέλει να γυρίσει. Λέει έστω για λίγο, προσωρινά.

Κοίταξα τις πατάτες μέσα στο μπολ. Μετά το μαχαίρι. Μετά το χέρι μου που το κρατούσε. Δεν έτρεμε καθόλου.

— Ιωάννα, πες του κάτι από μένα, σε παρακαλώ. Πως δεν μπορώ πια να ζω με έναν συνταξιούχο.

— Μαμά!

— Δικά του λόγια είναι, Ιωάννα. Όχι δικά μου. Εκείνος τα είπε πρώτος.

Δεν απάντησε αμέσως. Η σιωπή κράτησε αρκετά. Ύστερα μου είπε:

— Έγινες σκληρή.

— Ίσως.

— Αν τον έβλεπες… Φοράει ένα παλιό μπουφάν και κρατάει μια σακούλα με ρούχα. Σαν άστεγος είναι.

— Τον έβλεπα τριάντα δύο χρόνια, Ιωάννα. Σε όλες του τις μορφές. Με καλά κοστούμια, με φόρμες, με νεύρα, με απαιτήσεις. Τώρα ήρθε η σειρά μου να ζήσω, όχι να στέκομαι και να κοιτάζω εκείνον με μια σακούλα στο χέρι.

Μου έκλεισε το τηλέφωνο.

Εγώ τελείωσα τις πατάτες, τις έβαλα στη φωτιά και άνοιξα την τηλεόραση. Δυνατά. Πιο δυνατά απ’ όσο την είχα ανοίξει εδώ και χρόνια, γιατί ο Αλέξανδρος δεν το άντεχε.

Έπαιζε κάποια σειρά. Δεν την παρακολουθούσα. Άφηνα απλώς τις φωνές να γεμίζουν το σπίτι. Το δικό μου σπίτι. Ολόκληρο δικό μου, από το ένα σοβατεπί ως το άλλο.

Ύστερα από δυο ώρες περίπου, το κινητό άρχισε να τρέμει μόνο του πάνω στο τραπέζι. Στην οθόνη φαινόταν το όνομα του Αλέξανδρου. Το κοίταζα να δονείται και να σέρνεται σιγά σιγά προς την άκρη. Μία κλήση. Δεύτερη. Τρίτη.

Δεν το σήκωσα.

Ούτε την τέταρτη φορά. Ούτε την πέμπτη. Ούτε την έκτη. Μέχρι τα μεσάνυχτα με κάλεσε έξι φορές. Τις μέτρησα· συνήθεια λογίστριας.

Την επόμενη μέρα η Ιωάννα μού έστειλε μήνυμα: «Θα μείνει σε εμάς για λίγο. Προσωρινά». Της απάντησα: «Εντάξει, καρδιά μου. Να προσέχεις τον εαυτό σου». Τίποτε άλλο.

Από τότε δεν ξανανοίξαμε αυτή τη συζήτηση. Η Ιωάννα μου μιλάει ψυχρά, αν και παραμένει κόρη μου. Λέει πως εγώ «διέλυσα την οικογένεια». Εγώ της απαντώ πως την οικογένεια τη διέλυσε εκείνος που έφυγε ένα Σάββατο, αφήνοντας πάνω στο τραπέζι δύο μπιφτέκια. Δεν συμφωνούμε.

Άκουσα πως ο Αλέξανδρος βρήκε δουλειά φύλακας σε εργοτάξιο. Μένει σε ένα κοντέινερ. Η Δανάη Βασιλείου παντρεύτηκε άλλον, κάποιον διευθυντή αντιπροσωπείας αυτοκινήτων, και τα ανεβάζει όλα στο Instagram.

Κι εγώ τα πρωινά πίνω τσάι στην κούπα με τα μη με λησμόνει. Μαγειρεύω για έναν άνθρωπο. Αγόρασα καινούρια ρόμπα· όχι μπλε, πράσινη, με μεγάλα κουμπιά. Τη διάλεξα μόνη μου στο μαγαζί, τη δοκίμασα μπροστά στον καθρέφτη.

Και στον καθρέφτη είδα μια γυναίκα πενήντα τεσσάρων χρονών. Με γκρίζες τρίχες στους κροτάφους. Με γυαλιά. Όχι μια «συνταξιούχα». Απλώς μια γυναίκα που, επιτέλους, δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν.

Γι’ αυτό σας γράφω, κορίτσια.

Η Ιωάννα σχεδόν δεν μου μιλάει. Η γειτόνισσα, η κυρία Σταματία Βλάχος, μου είπε χθες στο ασανσέρ: «Μαρία, συγχώρεσέ τον, άντρας είναι, αυτά συμβαίνουν με τους άντρες». Η λογίστρια στη δουλειά μου είπε: «Κυρία Μαρία Ανδρέου, σκεφτείτε και την κόρη σας, στη μέση έχει μείνει το παιδί». Η αδελφή μου από την Καλαμάτα μου είπε: «Μαρία μου, δεν έχει στέγη πάνω από το κεφάλι του, πάρ’ τον έστω για τον χειμώνα».

Κι εγώ δεν τον παίρνω.

Το παράκανα τότε με την τράπεζα και την εγγύηση; Ή έκανα αυτό που έπρεπε, ύστερα από τριάντα δύο χρόνια πλυσίματος, δύο μπιφτεκιών και εκείνου του «συνταξιούχα»;

Εσείς τι θα κάνατε, κορίτσια; Θα ανοίγατε ξανά την πόρτα στον άντρα που έναν χρόνο πριν είχατε αποχαιρετήσει με μια σακούλα σκουπιδιών;

Ψίθυροι Ζωής