— Τι συμβαίνει εδώ, παιδί μου; Γιατί είναι σπασμένη η κλειδαριά και γιατί έγινε θρύψαλα το τζάμι; Μη μου πεις πως αυτή η αδιάντροπη έκανε πάλι άνω κάτω το σπίτι; — ούρλιαξε η πεθερά.
— Αχάριστη! Άχρηστη! — Η Θεοδώρα Νικολαΐδου εισέβαλε στο διαμέρισμα σαν θύελλα, σπρώχνοντας στην άκρη ό,τι βρισκόταν μπροστά της. Η τσιριχτή, διαπεραστική φωνή της γέμισε τον στενό διάδρομο. — Το ήξερα! Ήμουν σίγουρη πως αυτό δεν θα κατέληγε σε καλό!
Μα ας σταθούμε για λίγο. Από πού ξεπήδησε όλη αυτή η οργή; Τι είχε συμβεί μία ώρα πριν η πεθερά ξεσπάσει ξανά στη ζωή τους με καινούριες κατηγορίες;
Τα πράγματα είχαν γίνει ως εξής.
Η Αναστασία Ρούσσος στεκόταν στη μέση του σαλονιού και κοιτούσε τα γυαλιά. Μεγάλα κομμάτια, μικροσκοπικά θραύσματα, όλα σκορπισμένα πάνω στο παρκέ, σαν παγωμένα δάκρυα. Το παράθυρο έχασκε μπροστά της σαν μαύρη τρύπα, κι από εκεί όρμησε μέσα ο ανελέητος οκτωβριανός αέρας.

Η κουρτίνα χτυπούσε πάνω στο πλαίσιο, βγάζοντας έναν ξερό, χαμηλό ήχο. Η κλειδαριά της πόρτας κρεμόταν από μία μόνο βίδα· φαινόταν καθαρά πως κάποιος είχε προσπαθήσει να τη διαλύσει με τη βία, χωρίς την παραμικρή προσοχή.
Δεν έκλαιγε. Τα δάκρυά της είχαν στερέψει από το πρωί, όταν ο Γιώργος Καραμανλής έφυγε, βροντώντας πίσω του την πόρτα τόσο δυνατά, που οι τοίχοι έτριξαν. Τώρα μέσα της δεν είχε μείνει τίποτα παρά ένα βάρος, άδειο και ασήκωτο, σαν βρεγμένη άμμος.
«Τι συμβαίνει εδώ, παιδί μου; Γιατί είναι σπασμένη η κλειδαριά και γιατί έγινε θρύψαλα το τζάμι; Μη μου πεις πως αυτή η αδιάντροπη έκανε πάλι άνω κάτω το σπίτι;» Έτσι ακριβώς θα άρχιζε, σε λίγα λεπτά, η καταιγίδα της. Η Αναστασία, όμως, δεν ήξερε ακόμη πως η Θεοδώρα Νικολαΐδου βρισκόταν ήδη καθ’ οδόν, τρέχοντας με το παλιό της αυτοκίνητο.
Ούτε γνώριζε πως η γειτόνισσα, η μόνιμη κουτσομπόλα της πολυκατοικίας, η Μελίνα Αναγνωστοπούλου, είχε ήδη τηλεφωνήσει στην πεθερά και, πνιγμένη από αγανάκτηση, της είχε ανακοινώσει:
«Κάτι φοβερό γίνεται εκεί μέσα! Φασαρία, σπασίματα! Σίγουρα η νύφη σου κάνει πάλι σκηνές!»
Η Αναστασία κάθισε στον καναπέ που είχαν διαλέξει μαζί με τον Γιώργο πριν από πέντε χρόνια. Τότε πίστευε πως όλα θα πήγαιναν καλά. Τότε εκείνος την κοιτούσε σαν να ήταν ο μοναδικός άνθρωπος σε ολόκληρο τον κόσμο. Και τώρα;
Πέρασε την παλάμη της πάνω από το πρόσωπό της. Το μάγουλό της έκαιγε ακόμη στο σημείο όπου εκείνος… όχι, δεν τη χτύπησε. Απλώς την έσπρωξε, όταν εκείνη προσπάθησε να του κλείσει τον δρόμο προς την πόρτα.
«Κάνε στην άκρη, Αναστασία! Δεν αντέχω άλλο!» της είχε γρυλίσει, και στα μάτια του είχε φανεί κάτι ξένο, κάτι που δεν αναγνώριζε. Κούραση; Θυμός; Αδιαφορία; Δεν μπορούσε να το ξεχωρίσει.
— Δεν φταίω εγώ… — ψιθύρισε μέσα στη σιωπή. — Αλήθεια, δεν έφταιξα εγώ…
Αλλά ποιος θα την άκουγε; Δεν είχε σπάσει εκείνη το παράθυρο. Ούτε είχε καταστρέψει εκείνη την κλειδαριά. Αυτά τα είχε κάνει ο Πάνος Παναγιωτίδης, ο αδελφός του Γιώργου, όταν δύο ώρες νωρίτερα είχε μπουκάρει στο σπίτι, μεθυσμένος, με κατακόκκινα μάτια, απαιτώντας να του δώσει «γρήγορα λίγα δανεικά».
Η Αναστασία αρνήθηκε. Δεν είχαν χρήματα, και ο Γιώργος της είχε απαγορεύσει να δώσει στον αδελφό του έστω κι ένα λεπτό, ύστερα από εκείνη τη φορά που εκείνος είχε πιει όλες τους τις οικονομίες. Ο Πάνος έγινε έξαλλος. Άρχισε να φωνάζει, να τη βρίζει χυδαία.
Ύστερα προσπάθησε να της αρπάξει την τσάντα από τα χέρια. Μέσα υπήρχαν τριάντα ευρώ, χρήματα για τρόφιμα και λογαριασμούς. Η Αναστασία αντιστάθηκε. Εκείνος την έσπρωξε, εκείνη σωριάστηκε κάτω και χτύπησε τον αγκώνα της στο τραπεζάκι του σαλονιού. Το βάζο με τα ψεύτικα λουλούδια κύλησε στο πάτωμα…
Μετά όλα μπερδεύτηκαν. Ο Γιώργος γύρισε νωρίτερα απ’ όσο τον περίμενε· ο προϊστάμενός του τον είχε αφήσει να φύγει από τη δουλειά. Μόλις μπήκε, είδε τη σκηνή: τον μεθυσμένο αδελφό του, τη γυναίκα του πεσμένη στο πάτωμα, τα κομμάτια από το σπασμένο βάζο. Και αντί να προσπαθήσει να καταλάβει τι είχε συμβεί, ξέσπασε πάνω στην Αναστασία.
— Πάλι εσύ τον προκάλεσες; Δεν μπορούσες να του μιλήσεις σαν άνθρωπος;
Ο Πάνος, φυσικά, φόρεσε αμέσως το προσωπείο του αδικημένου.
— Γιώργο, αδερφέ μου, ήθελε να με πετάξει έξω! Είπε πως δεν έχω θέση εδώ! Τον ίδιο σου τον αδελφό θα έβγαζε στον δρόμο!
Η Αναστασία προσπάθησε να εξηγήσει. Ο Γιώργος όμως δεν την άκουγε. Στεκόταν στο πλευρό της μόνο μέχρι τη στιγμή που το ζήτημα άγγιζε τη δική του οικογένεια. Τη μητέρα του. Τον αδελφό του. Τότε η Αναστασία μετατρεπόταν αμέσως σε ξένη.
— Εσύ είσαι πάντα εναντίον των δικών μου! — ξέσπασε, και μέσα σε αυτή τη φράση υπήρχε τόση συσσωρευμένη πίκρα, που η Αναστασία δυσκολεύτηκε να ανασάνει. — Η μάνα μου έχει δίκιο. Είσαι εγωίστρια.
