Πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. Ήθελε να τρίψει τα χέρια της, το πρόσωπό της, τους τοίχους, όλο το σπίτι· να ξεπλύνει ακόμη και τον αέρα, μέσα στον οποίο πριν από λίγο είχε ακουστεί δυνατά εκείνο που έναν μήνα τώρα σερνόταν σιωπηλά στις γωνίες.
Ο Γεώργιος χτύπησε την πόρτα.
— Ελένη, άνοιξέ μου.
— Για ποιο λόγο;
— Να μιλήσουμε.
— Μίλησες ήδη.
— Είμαι με το μέρος σου.
— Προς το παρόν αυτό ακούγεται σαν φράση από εγχειρίδιο. Πες μου κάτι πιο συγκεκριμένο.
— Αύριο θα πάω στη μητέρα μου. Θα της ξεκαθαρίσω ότι δεν θα ξανάρθει απρόσκλητη και ότι δεν θα σε ξαναενοχλήσει.
— Κι αν ζητήσει τεστ;
— Θα αρνηθώ.
— Κι αν αρχίσει να σε πιέζει με το διαμέρισμα;
— Ας πιέσει όσο θέλει. Δεν είμαι ντουλάπα για να πέσω.
— Γεώργιε, μια ζωή σε έκανε ό,τι ήθελε. Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που της έκλεισες το τηλέφωνο. Δεν ξέρω αν θα αντέξεις έναν κανονικό πόλεμο.
— Θα αντέξω.
— Δεν με ενδιαφέρουν οι ωραίες κουβέντες. Θέλω μέσα σε αυτό το σπίτι το παιδί μου να είναι παιδί, όχι αντικείμενο εξέτασης.
— Το καταλαβαίνω.
— Όχι, δεν το καταλαβαίνεις. Εσύ το πρωί θα φύγεις για τη δουλειά κι εγώ θα μείνω εδώ. Με τα κλειδιά της, με τα τηλεφωνήματά της, με τα μηνύματά της, με τα βλέμματα των γειτόνισσων, στις οποίες είμαι σίγουρη πως θα έχει ήδη πει ότι η νύφη της είναι «κάπως ύποπτη». Δεν χρειάζομαι ένα «θα της μιλήσω». Χρειάζομαι να αλλάξουμε κλειδαριά.
Εκείνος έμεινε για αρκετή ώρα αμίλητος. Ύστερα είπε χαμηλά:
— Θα την αλλάξουμε.
— Αλήθεια;
— Αύριο θα καλέσω κλειδαρά.
— Και δεν θα της δώσουμε κλειδιά;
— Δεν θα της δώσουμε.
Την καινούρια κλειδαριά την έβαλαν το Σάββατο. Ο μάστορας, με λασπωμένα παπούτσια, παιδευόταν στην είσοδο, η Αικατερίνη έκλαιγε σπαρακτικά, η Ελένη την κουνούσε στην κουζίνα για να ηρεμήσει, κι ο Γεώργιος στεκόταν δίπλα με την ηλεκτρική σκούπα έτοιμη, σαν να συμμετείχε σε κάποια μυστική επιχείρηση.
Η Μαρία εμφανίστηκε δύο μέρες αργότερα. Πρώτα πάτησε το κουδούνι. Μετά δοκίμασε το δικό της κλειδί. Το κλειδί δεν έμπαινε.
— Γεώργιε! Άνοιξε!
Η Ελένη στεκόταν στον διάδρομο κρατώντας την Αικατερίνη στην αγκαλιά.
— Να ανοίξουμε;
— Θα ανοίξω εγώ, είπε ο Γεώργιος.
Η Μαρία δεν κατάφερε να ορμήσει μέσα, γιατί ο Γεώργιος δεν της το επέτρεψε. Στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας και της έκλεισε τον δρόμο.
— Γιατί αλλάξατε την κλειδαριά;
— Επειδή αυτή είναι η δική μας πόρτα.
— Αυτό είναι δικό μου διαμέρισμα!
— Όχι, μαμά. Είναι γραμμένο στο όνομά μου. Εσύ το κανόνισες έτσι.
— Έκανα δώρο στον γιο μου, όχι σε αυτήν εδώ!
— Αυτή εδώ είναι η γυναίκα μου.
— Η γυναίκα σου που φοβάται το DNA!
Η Ελένη βγήκε από την κουζίνα.
— Δεν φοβάμαι το DNA, κυρία Μαρία. Αυτό που φοβάμαι είναι πως η ανοησία σας δεν έχει πάτο. Κάθε φορά όμως έρχεστε με φτυάρι και σκάβετε ακόμη βαθύτερα.
— Ακούς; Ακούς πώς μου μιλάει;
— Ακούω, είπε ο Γεώργιος. Και καταλαβαίνω γιατί.
— Εναντίον της μάνας σου είσαι;
— Υπέρ της οικογένειάς μου είμαι.
— Οικογένεια είμαι εγώ! Εγώ σε γέννησα!
— Και σε ευχαριστώ γι’ αυτό. Αλλά το ότι φέρνεις ένα παιδί στον κόσμο δεν σου δίνει ισόβιο δικαίωμα να του καταστρέφεις τη ζωή.
— Αυτή σε έβαλε λόγια.
— Όχι, μαμά. Μόνη σου το κατάφερες.
— Ωραία, λοιπόν. Ας το πούμε μπροστά της. Γεώργιε, κάνε το τεστ. Μία φορά μόνο. Μπορεί να γίνει και κρυφά. Θα το πληρώσω εγώ. Παίρνεις λίγο δείγμα με μια μπατονέτα από το κορίτσι, λίγο από σένα, και τελείωσε. Κανείς δεν θα το μάθει.
— Εγώ θα το μάθω, είπε η Ελένη. Και αυτό μου αρκεί.
— Κι εσύ τι έχεις να κρύψεις;
— Τίποτα. Γι’ αυτό ακριβώς δεν πρόκειται να αποδείξω την τιμιότητά μου σε έναν άνθρωπο που μπήκε στο σπίτι μου κρατώντας λάσπη στα χέρια.
— Σπίτι σου; Πάλι σπίτι σου; Αν δεν ήμουν εγώ, τώρα θα νοίκιαζες καμιά γκαρσονιέρα κοντά στον σταθμό και θα μετρούσες τα ψιλά μέχρι τον μισθό.
— Ίσως. Αλλά εκεί κανείς δεν θα έμπαινε στη ζωή μου σαν αστυνομικός μετά από καταγγελία.
— Αχάριστη!
— Ναι, είμαι αχάριστη. Γιατί ένα δώρο με το οποίο σε χτυπούν στο κεφάλι δεν λέγεται δώρο. Λέγεται ρόπαλο.
— Γεώργιε, τα ακούς αυτά;
— Τα ακούω. Και συμφωνώ.
Η Μαρία κοίταξε τον γιο της σαν να τον έβλεπε εκείνη τη στιγμή να αλλάζει επώνυμο, αίμα και πλανήτη.
— Δηλαδή διαλέγεις εκείνη;
— Διαλέγω να μην ταπεινώνω τη γυναίκα μου.
— Θα γυρίσεις τρέχοντας σε μένα.
— Δεν θα γυρίσω.
— Όταν αποδειχτεί πως το κορίτσι είναι ξένο;
— Μαμά, βγες έξω.
— Τι είπες;
— Βγες από το διαμέρισμα.
— Με διώχνεις;
— Ναι.
— Την ίδια σου τη μάνα;
— Διώχνω μια γυναίκα που αποκαλεί την κόρη μου ξένο παιδί.
— Θα το μετανιώσεις.
— Μπορεί. Αυτή τη στιγμή όμως μετανιώνω που δεν το έκανα νωρίτερα.
Έφυγε χωρίς άλλη λέξη. Μόνο όταν έκλεισαν οι πόρτες του ασανσέρ ακούστηκε από μέσα:
— Ανόητε.
Ύστερα απλώθηκε σιωπή. Όχι γαλήνη· σιωπή. Σαν να σταμάτησε ξαφνικά ένα παλιό ψυγείο που βούιζε χρόνια, και μόνο τότε καταλαβαίνεις πως ζούσες μέσα στον θόρυβό του.
Η Μαρία συνέχισε να στέλνει μηνύματα στον Γεώργιο. Μεγάλα, πνιγμένα, χωρίς κόμματα, με κεφαλαία στα σημεία που ήθελε να πληγώσει.
«ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΠΩΣ ΣΕ ΤΥΛΙΞΕ».
«ΘΑ ΠΑΩ ΣΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟ».
«ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΑΓΟΡΑΣΤΗΚΕ ΜΕ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΑ».
«ΚΑΝΕ DNA ΚΑΙ ΘΑ ΣΑΣ ΑΦΗΣΩ ΗΣΥΧΟΥΣ».
Ο Γεώργιος απαντούσε λιτά:
«Μη γράφεις έτσι για την Ελένη και την Αικατερίνη».
«Χωρίς συγγνώμη δεν έχουμε τίποτα να πούμε».
«Σε δικηγόρο μπορείς να πας».
Η Ελένη δεν πίστευε πως θα αντέξει. Ειλικρινά δεν το πίστευε. Περίμενε τη ρωγμή. Περίμενε να ακούσει: «Έλα τώρα, μάνα μου είναι», «ας το κάνουμε για να ησυχάσουμε», «ένα τεστ δεν θα αλλάξει τίποτα». Όμως ο Γεώργιος κρατήθηκε. Κουνούσε την Αικατερίνη για να κοιμηθεί, έβγαινε νύχτα να αγοράσει γάλα όταν η Ελένη ανέβασε πυρετό, έπλενε μπιμπερό, μάλωνε με τη διαχείριση της πολυκατοικίας για τα κρύα καλοριφέρ. Για πρώτη φορά το διαμέρισμα άρχισε να γίνεται το δικό τους σπίτι και όχι παράρτημα της βούλησης της Μαρίας.
Τρεις εβδομάδες αργότερα τηλεφώνησε η θεία του Γεώργιου, η Παναγιώτα.
— Γιωργάκη, αποφάσισες να αποτελειώσεις τη μάνα σου;
— Θεία Παναγιώτα, καλησπέρα.
— Άσε τις καλησπέρες. Είναι ξαπλωμένη με πίεση.
— Στο νοσοκομείο;
— Στο σπίτι. Αλλά έχει πίεση.
— Όλοι οι ζωντανοί άνθρωποι έχουν πίεση.
— Μη μου κάνεις τον έξυπνο. Η μάνα σου κλαίει. Λέει πως την πέταξες έξω από το διαμέρισμα.
— Αυτό συνέβη.
— Έχεις αποθρασυνθεί τελείως;
— Κατηγόρησε την Ελένη για απιστία και είπε την Αικατερίνη ξένο παιδί.
— Αχ, πάλι τα ίδια κάνει.
— Τι θα πει πάλι;
Στην άλλη άκρη της γραμμής απλώθηκε παύση.
— Τίποτα. Κουβέντα πάνω στην κουβέντα.
— Θεία Παναγιώτα, τι εννοείς «πάλι»;
— Γεώργιε, δεν γι’ αυτό σε πήρα.
— Τώρα γι’ αυτό θα μιλήσουμε. Πες μου.
— Άκου, μόνο μη μάθει η μάνα σου ότι σου το είπα εγώ. Θα χάσει εντελώς τον έλεγχο.
— Μίλα επιτέλους.
— Όταν γεννήθηκες, εκείνη πολεμούσε με τον πατέρα σου. Εκείνος φώναζε πως δεν ήσουν δικός του. Επειδή ήσουν κοκκινωπός, αδύνατος, ενώ στη δική τους πλευρά ήταν όλοι μελαχρινοί. Η Μαρία τότε κόντεψε να τρελαθεί. Εκείνος ζητούσε εξέταση, έφευγε στη μάνα του, μετά γύρισε. Τεστ δεν έγινε ποτέ, αλλά της ήπιε το αίμα για πολύ καιρό.
— Γιατί δεν το ξέρω αυτό;
— Και ποιος να σου το πει; Στην οικογένειά μας ό,τι είναι δυσάρεστο το τυλίγουμε σε εφημερίδα και το βάζουμε στο πατάρι. Σημασία έχει να φαίνεται τάξη απ’ έξω.
— Και τώρα η μαμά κάνει στην Ελένη το ίδιο πράγμα;
— Έτσι μοιάζει. Μόνο που θυμάται τον εαυτό της ως θύμα, αλλά ξέχασε πώς πονάει όταν το κάνεις στους άλλους.
Το ίδιο βράδυ ο Γεώργιος τα είπε όλα στην Ελένη. Εκείνη κρατούσε την Αικατερίνη όρθια στον ώμο της μετά το τάισμα, άκουγε και κουνούσε αργά το κεφάλι.
— Δηλαδή κάποτε την ποδοπάτησαν κι εκείνη με τον ίδιο τρόπο;
— Η θεία Παναγιώτα λέει πως ναι.
— Και αποφάσισε να παραδώσει τη σκυτάλη;
— Ίσως πίστευε ότι με προστατεύει.
— Πολύ βολική λέξη το «προστατεύει». Μπορείς να σκεπάσεις με αυτήν κάθε βρομιά. Σαν μουσαμάς πάνω σε τραπέζι μετά από μνημόσυνο.
— Δεν την δικαιολογώ.
— Το ξέρω.
— Απλώς τώρα φαίνεται από πού ξεκίνησε όλο αυτό.
— Το να καταλαβαίνεις από πού ξεκίνησε δεν σημαίνει ότι πρέπει και να το συγχωρείς.
— Όχι, δεν σημαίνει.
— Γεώργιε, δεν θέλω να τη δω. Όχι ακόμη. Ακόμη κι αν κουβαλάει τραύμα από τότε που ήταν παιδί, μια ενήλικη γυναίκα παραμένει υπεύθυνη για όσα βγάζει από το στόμα της.
