— Γεώργιε, δεν έχει κλείσει ούτε ώρα ζωής.
— Και λοιπόν; Φαίνεται από τώρα.
— Αυτό που φαίνεται είναι πως είναι πολύ δυσαρεστημένη με τον κόσμο.
— Σε σένα έμοιασε.
— Ευχαριστώ, μπαμπά της.
— Έχει σκούρα μαλλιά.
— Ο πατέρας μου είχε κατάμαυρα. Το ξέχασες;
— Δεν το είπα έτσι. Απλώς… είναι υπέροχη. Δική μας.
Η Μαρία εμφανίστηκε την επόμενη μέρα. Κουβαλούσε μια τεράστια ανθοδέσμη, από εκείνες που δεν επιτρέπονταν καν στον θάλαμο, και μια σακούλα γεμάτη ροζ φορμάκια, σαν να έπρεπε το μωρό να μεταμφιεστεί επειγόντως σε ζαχαρωτό.
— Λοιπόν, μάνα πια. Συγχαρητήρια.
— Ευχαριστώ.
— Είναι καλά το κοριτσάκι;
— Ναι.
— Το βάρος φυσιολογικό;
— Φυσιολογικό.
— Γάλα έχεις;
— Αρχίζει να κατεβαίνει.
— Πρόσεχε μην το αφήσεις. Τα ξένα γάλατα είναι σκέτη χημεία.
— Κυρία Μαρία, μόλις γέννησα. Ας γλιτώσουμε το μάθημα, έστω για σήμερα.
— Για το καλό σου μιλάω. Να τη δω;
Η Ελένη τής έδειξε μια φωτογραφία. Η πεθερά άνοιξε την εικόνα με τα δάχτυλα, την κοίταξε αρκετή ώρα, κι ύστερα είπε:
— Μελαχρινή είναι.
— Ναι.
— Στο δικό μας σόι όλοι είναι ανοιχτόχρωμοι.
— Στο δικό μου όχι.
— Και τα μάτια σκούρα φαίνονται.
— Στα νεογέννητα αλλάζουν συχνά.
— Αλλάζουν, βέβαια. Όλα αλλάζουν.
Το είπε με τέτοιον τρόπο, που η Ελένη άκουσε αμέσως το δεύτερο νόημα. Κάτι βαρύ χτύπησε υπόκωφα κάτω από τα πόδια της.
Στο σπίτι ξεκίνησε η γνώριμη κόλαση ενός νεογέννητου. Πάνες, σεντονάκια, βρεγμένα κορμάκια απλωμένα πάνω στο καλοριφέρ, τσάι ξεχασμένο ώσπου να γίνει κρύο και άγευστο σαν νερό από βάλτο, ψίχουλα στο πάτωμα, νύχτες χωρίς ύπνο. Η Ελένη τάιζε την Αικατερίνη, την κουνούσε, την ξανατάιζε, την ξανακουνούσε. Ο Γεώργιος στην αρχή προσπαθούσε να δείχνει γενναίος.
— Θα σηκώνομαι εγώ τη νύχτα.
— Θα σηκώνεσαι;
— Φυσικά.
Τρεις νύχτες αργότερα καθόταν στην άκρη του κρεβατιού με το ύφος ανθρώπου που τον κάλεσαν για ανάκριση στις τέσσερις τα ξημερώματα.
— Πάλι κλαίει.
— Το πρόσεξα.
— Μήπως είναι η κοιλιά της;
— Μπορεί.
— Και τι κάνουμε;
— Την παίρνεις αγκαλιά.
— Την έχω αγκαλιά.
— Όχι σαν σακί με πατάτες, Γεώργιε. Έχει κεφάλι το παιδί.
— Φοβάμαι μη μου σπάσει.
— Τότε κράτα την προσεκτικά, όχι λες και κρατάς χειροβομβίδα χωρίς περόνη.
Στην αρχή η Μαρία βοηθούσε. Έφερνε σούπες σε τάπερ, σιδέρωνε τα πανάκια, έπλενε πιάτα. Η Ελένη έφτασε να σκεφτεί πως ίσως την είχε αδικήσει. Όμως η βοήθεια πολύ γρήγορα φόρεσε τη μορφή επιθεώρησης.
— Γιατί το μωρό δεν φοράει καλτσάκια;
— Επειδή μέσα στο σπίτι έχει είκοσι πέντε βαθμούς.
— Οι πατούσες της είναι κρύες.
— Συμβαίνει αυτό στα βρέφη.
— Το διάβασες στο ίντερνετ;
— Ρώτησα τον παιδίατρο.
— Οι παιδίατροι σήμερα είναι παιδιά κι οι ίδιοι. Η Αικατερίνη σήμερα έφαγε καλά;
— Κανονικά.
— Πόσα γραμμάρια;
— Δεν μετράω το στήθος μου σε γραμμάρια.
— Πρέπει να κάνετε ζύγισμα πριν και μετά.
— Κυρία Μαρία, δεν χρειάζεται.
— Εσύ τα ξέρεις όλα, έτσι; Μόνο που το παιδί είναι κάπως… αδύνατο.
— Πήρε τετρακόσια γραμμάρια σε δύο εβδομάδες.
— Και πάλι στον Γεώργιο δεν μοιάζει.
— Τι σχέση έχει αυτό;
— Καμία. Μια κουβέντα είπα.
Σε έναν μήνα αυτή η «μια κουβέντα» έγινε καθημερινό ρεφρέν.
— Να ο Γεώργιος όταν ήταν ενός μηνός. Κοίτα μέτωπο. Η Αικατερίνη έχει άλλο.
— Κυρία Μαρία, οι άνθρωποι δεν έχουν όλοι το ίδιο μέτωπο.
— Στα παιδιά που είναι του αίματός μας φαίνονται οικογενειακά χαρακτηριστικά.
— Έχει το δικό μου πηγούνι.
— Πολύ βολικό. Ό,τι δεν μοιάζει σε εκείνον, το παίρνουμε από τη δική σου πλευρά.
— Τι ακριβώς θέλετε να πείτε;
— Εγώ; Τίποτα. Εσύ είσαι που τσιτώνεις.
— Τσιτώνω επειδή τριγυρίζετε και συγκρίνετε το παιδί με άλμπουμ φωτογραφιών, σαν να είναι προϊόν και δείγμα βιτρίνας.
— Και τι να κάνω; Γιαγιά της είμαι. Με ενδιαφέρει.
— Οι γιαγιάδες ρωτούν αν κοιμήθηκε το μωρό. Δεν ψάχνουν αποδείξεις στο σχήμα της μύτης.
— Ελένη, χαμήλωσε τη φωνή σου. Οι τοίχοι εδώ είναι λεπτοί, θα μας ακούσουν οι γείτονες.
— Ας ακούσουν. Ίσως βρεθεί κάποιος να σας εξηγήσει πόσο άσχημο είναι αυτό που κάνετε.
— Άσχημο είναι να περνάς έναν άντρα για χαζό.
Η Ελένη πάγωσε. Η Αικατερίνη βρισκόταν στην αγκαλιά της και μισοκοιμισμένη έκανε μικρούς ήχους με τα χείλη. Έξω, στην αυλή, ο θυρωρός έξυνε με το φτυάρι τη μισολιωμένη παγωμένη λάσπη, κι εκείνος ο ήχος της φάνηκε ξαφνικά πιο δυνατός από τις λέξεις.
— Επαναλάβετε το.
— Μην κάνεις πως δεν κατάλαβες.
— Πείτε το καθαρά. Όχι με μισόλογα.
— Ωραία. Δεν βλέπω τίποτα από τον Γεώργιο στην Αικατερίνη. Τίποτα απολύτως. Και αυτό με ανησυχεί.
— Δεν σας ανησυχεί το παιδί. Σας ανησυχεί που δεν μπορείτε να ελέγξετε εκ των υστέρων τη μήτρα μου.
— Τι χυδαίος τρόπος να μιλάς. Να σε άκουγε ο Γεώργιος.
— Φωνάξτε τον. Θα του το πω εγώ.
— Δεν θα το πεις. Γιατί φοβάσαι.
— Το μόνο που φοβάμαι είναι πως κάποια μέρα δεν θα κρατηθώ και θα σας πετάξω έξω μαζί με τα άλμπουμ σας.
— Από το δικό μου σπίτι;
— Από το σπίτι όπου ζει η οικογένειά μου.
— Η οικογένειά σου, — είπε η Μαρία και χαμογέλασε στραβά. — Μια χαρά τα βόλεψες. Πρώτα η μόνιμη διεύθυνση, μετά το παιδί, ύστερα διατροφή και το μισό σπίτι;
— Είστε άρρωστη;
— Έχω πείρα.
— Όχι. Οι άνθρωποι με πείρα ξέρουν πότε πρέπει να σωπαίνουν.
Το βράδυ η Ελένη τα είπε όλα στον Γεώργιο. Όχι αμέσως. Πρώτα εκείνος γύρισε, πέταξε το μπουφάν στην καρέκλα, έπλυνε τα χέρια του και ρώτησε γιατί δεν υπήρχε φαγητό. Η Ελένη τον κοίταξε έτσι, που σηκώθηκε μόνος του και έβγαλε από το ψυγείο το χθεσινό ρύζι.
— Ήρθε πάλι η μαμά;
— Ήρθε.
— Τα ξαναβάλατε η μία με την άλλη;
— Γεώργιε, η μητέρα σου πιστεύει ότι η Αικατερίνη δεν είναι κόρη σου.
Σταμάτησε να μασάει.
— Τι;
— Είπε πως στο παιδί δεν υπάρχει τίποτα δικό σου. Πως κάποιος σε περνάει για ηλίθιο.
— Το είπε έτσι, κατά λέξη;
— Σχεδόν. Αρκετά ξεκάθαρα για άνθρωπο που έχει εξασκηθεί μια ζωή στα δηλητηριώδη υπονοούμενα.
— Ελένη, μήπως είσαι φορτισμένη και το πήρες πιο βαριά…
— Μην αρχίζεις. Μη μου πεις πάλι αυτό το «η μαμά δεν το κάνει από κακία».
— Δεν αρχίζω. Απλώς η μαμά καμιά φορά ξεφεύγει.
— Ξεφεύγει; Με κατηγορεί για απιστία έναν μήνα μετά τη γέννα, την ώρα που κοιμάμαι δύο ώρες τη μέρα και το να πάω στην τουαλέτα μοιάζει με ηρωική αποστολή. Αυτό δεν είναι ξέσπασμα. Είναι αθλιότητα.
— Θα της μιλήσω.
— Πότε;
— Αύριο.
— Όχι. Σήμερα. Μπροστά μου. Πάρε την τηλέφωνο.
— Ελένη, είναι αργά.
— Για να αμφισβητεί την πίστη μου δουλεύει εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Κάλεσέ την.
Την κάλεσε. Η Μαρία άργησε να απαντήσει.
— Γεώργιε; Έγινε κάτι;
— Μαμά, είπες στην Ελένη ότι η Αικατερίνη δεν μου μοιάζει;
— Είπα πως το παιδί, προς το παρόν, δεν έχει δικά σου χαρακτηριστικά. Είναι γεγονός.
— Και αυτό για το ότι με περνάνε για χαζό;
— Αγόρι μου, δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω.
— Δηλαδή το είπες;
— Ήθελα να ανοίξεις τα μάτια σου.
— Σε τι;
— Στο ότι δεν γίνεται να είσαι τόσο εύπιστος! Εσύ είσαι καλός, τίμιος, αλλά οι γυναίκες δεν είναι όλες ίδιες.
— Μαμά, η Ελένη είναι η γυναίκα μου.
— Γι’ αυτό ακριβώς! Καμιά φορά οι γυναίκες εξαπατούν χειρότερα κι από ξένες.
— Έχεις αποδείξεις;
— Έχω μάτια.
— Τα μάτια δεν είναι εξέταση.
— Τότε κάνε εξέταση.
Η Ελένη καθόταν δίπλα του σαν να της είχαν βάλει στο στήθος μια παγωμένη μεταλλική πλάκα. Ο Γεώργιος χλώμιασε.
— Τι εξέταση;
— DNA. Και όλα θα ξεκαθαρίσουν. Αν η Ελένη είναι καθαρή, τι έχει να φοβηθεί;
— Μαμά, καταλαβαίνεις τι προτείνεις αυτή τη στιγμή;
— Προτείνω να προστατεύσεις τον εαυτό σου. Και το σπίτι. Και το μέλλον σου.
— Το μέλλον μου είναι η Ελένη και η Αικατερίνη.
— Μέχρι να το ξέρεις σίγουρα.
— Το ξέρω.
— Το ξέρεις επειδή θέλεις να το ξέρεις. Πρέπει όμως να το ελέγξεις.
— Φτάνει, μαμά.
— Δεν φτάνει. Σιώπησα, κοίταξα, έκανα υπομονή. Αλλά το κορίτσι δεν μοιάζει με δικό μας παιδί. Φαίνεται στο πρόσωπό της. Εσύ τον εαυτό σου ενός μηνός τον έχεις δει; Ξανθούλης, με σηκωτή μυτούλα, γκρίζα μάτια. Κι αυτή…
— Μην τολμήσεις να λες «αυτή» για την κόρη μου.
— Αν είναι κόρη σου.
Εκείνος έκλεισε απότομα τη γραμμή. Η Ελένη σηκώθηκε χωρίς να πει λέξη.
