“όχι για μένα, αλλά για τα χρήματα” είπε με πικρία η 87χρονη γιαγιά όταν συνειδητοποίησε πως τα εγγόνια την επισκέπτονταν μόνο για τα οικονομικά της

Θλιβερή πραγματικότητα: ψεύτικες στοργές και κρυφά συμφέροντα.
Ιστορίες

Ο Δημήτριος, που εργαζόταν ως βοηθός σε δικηγορικό γραφείο, δεν σταματούσε να ρίχνει κλεφτές ματιές στο ρολόι του. Κάθε τόσο η κουβέντα του γύριζε πάλι στη δουλειά.

— Η υπόθεση μάλλον είναι πολύ σοβαρή, είπε ισιώνοντας τα μανίκια του. Ειλικρινά, δεν ξέρω καν γιατί έφυγα από το γραφείο απόψε.

Ο Εμμανουήλ, μηχανικός και πατέρας ενός παιδιού, σηκωνόταν διαρκώς από το τραπέζι για να απαντήσει σε κλήσεις.

— Με συγχωρείς, ψιθύριζε κάθε φορά επιστρέφοντας. Επαγγελματικά θέματα.

Κι όλα αυτά την παραμονή των Χριστουγέννων.

Η Νεφέλη, ανύπαντρη και σχεδόν μόνιμα με μια βαλίτσα στο χέρι, μου έδειχνε στο κινητό της εικόνες από το πιο πρόσφατο ταξίδι της. Τοπία υπέροχα, πρόσωπα φωτισμένα από χαμόγελα, στιγμές που έμοιαζαν βγαλμένες από περιοδικό. Κι όμως, ούτε μία φορά δεν σκέφτηκε να με ρωτήσει πώς περνούσα εγώ, αν ήμουν καλά, αν χρειαζόμουν κάτι.

Καθίσαμε στο τραπέζι και φάγαμε. Χαμογελάσαμε εκεί όπου έπρεπε, γελάσαμε με τις ιστορίες που απαιτούσαν γέλιο, ενώ από κάπου στο βάθος ακουγόταν χαμηλά χριστουγεννιάτικη μουσική.

Και, όπως συνέβαινε κάθε χρόνο, τα μάτια τους ξέφευγαν πότε πότε προς τους φακέλους που βρίσκονταν δίπλα στο πιάτο μου.

Περίμεναν.

Τότε αποφάσισα να αρχίσω τη δική μου μικρή δοκιμή.

Πήρα τους φακέλους και τους έδωσα έναν έναν, με το γνώριμο χαμόγελο που φορούσα πάντα αυτές τις μέρες.

— Καλά Χριστούγεννα, παιδί μου.

Ο Ιωάννης ήταν ο πρώτος που άνοιξε τον δικό του. Τα βλέφαρά του ανοιγόκλεισαν απότομα. Ύστερα το μέτωπό του ζάρωσε.

— Εε… γιαγιά, νομίζω πως έχει γίνει κάποιο λάθος.

— Δεν έχει γίνει κανένα λάθος, απάντησα ήρεμα. Οι οικονομίες μου δεν είναι πια όπως ήταν άλλοτε.

Η Σοφία τράβηξε το χαρτονόμισμα από τον φάκελο και το κοίταξε για μια στιγμή.

— Είναι… πενήντα ευρώ, είπε. Πολύ… ευγενικό εκ μέρους σου.

Ο Δημήτριος ξερόβηξε διακριτικά.

— Αυτή την εποχή όλοι πιεζόμαστε, σχολίασε.

Και αμέσως μετά κοίταξε ξανά το ρολόι του.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως καταλάβαινα περισσότερα απ’ όσα είχα αντιληφθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια μαζί.

Ο Εμμανουήλ έγνεψε απλώς, δίπλωσε τα χρήματα και τα έβαλε στην τσέπη του.

— Ευχαριστώ, γιαγιά.

Η Νεφέλη κρατούσε τον φάκελο στα χέρια της και τον γύριζε σιωπηλή, σαν να μην ήξερε τι να πει.

Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε ανοιχτά. Κανείς όμως δεν έμεινε ούτε λεπτό παραπάνω από όσο συνήθιζε.

Την επόμενη χρονιά, παρ’ όλα αυτά, τους προσκάλεσα πάλι.

Ψίθυροι Ζωής