“Αύριο;” ρώτησε η Μαρία, κοιτώντας με σοκ την παλιά πορσελάνινη κούπα της

Απάνθρωπη αδικία για χρόνια αθόρυβης αφοσίωσης.
Ιστορίες

Η Αικατερίνη γέλασε σιγανά.

Τη Δευτέρα, ακριβώς στις δέκα το πρωί, μου ζήτησαν να περάσω από το γραφείο του διευθυντή. Ο Αχιλλέας Βασιλείου βρισκόταν πίσω από το γραφείο του. Χωρίς μανικετόκουμπα αυτή τη φορά, με ένα απλό σακάκι και πρόσωπο κουρασμένο, σαν να είχε περάσει νύχτες χωρίς ύπνο.

Δίπλα του καθόταν ένας άντρας που δεν είχα ξαναδεί. Γύρω στα πενήντα πέντε, με γκρι κοστούμι και ήρεμη, υπηρεσιακή έκφραση. Συστήθηκε μόνος του:

— Γεώργιος Γιαννόπουλος, υποδιευθυντής της περιφερειακής διεύθυνσης.

Κάθισα απέναντί τους.

— Κυρία Παπαδημητρίου, — άρχισε ο Γεώργιος Γιαννόπουλος, — από τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε προέκυψαν αρκετές παρατυπίες στη διαχείριση προσωπικού κατά τους τελευταίους οκτώ μήνες. Συγκεκριμένα, υπάρχουν ενδείξεις άσκησης πίεσης σε εργαζομένους κατά την υπογραφή συμφωνιών λύσης της εργασιακής σχέσης. Πρόκειται για επτά άτομα.

Επτά. Εγώ γνώριζα για πέντε. Οι άλλοι δύο μού ήταν άγνωστοι.

— Στην υπηρεσία έχει εκδοθεί σχετική εντολή συμμόρφωσης, — συνέχισε, αφήνοντας ένα έγγραφο πάνω στο τραπέζι. — Παράλληλα εξετάζεται και το ζήτημα καταβολής αποζημιώσεων στους εργαζομένους που ζημιώθηκαν.

Γύρισα το βλέμμα μου προς τον διευθυντή. Ο Αχιλλέας Βασιλείου κοιτούσε χαμηλά, την επιφάνεια του γραφείου, σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο στον χώρο.

— Κυρία Παπαδημητρίου, — είπε ξανά ο Γεώργιος Γιαννόπουλος, — η συμμετοχή σας στην ομάδα εργασίας του υπουργείου αναφέρθηκε ξεχωριστά. Η Γεωργία Ανδρέου μετέφερε πολύ θετική αξιολόγηση για τη συμβολή σας.

Έκανα ένα μικρό νεύμα.

— Πώς θα περιγράφατε σήμερα την κατάσταση μέσα στο προσωπικό;

Σκέφτηκα για λίγο. Κοίταξα τον Αχιλλέα Βασιλείου. Σήκωσε τα μάτια του για μια στιγμή, και μέσα τους δεν υπήρχε πια ούτε υπεροψία ούτε βεβαιότητα. Μόνο εξάντληση.

— Η ομάδα είναι καλή, — απάντησα. — Οι άνθρωποι ξέρουν τη δουλειά τους. Απλώς οι τελευταίοι μήνες ήταν… δύσκολοι.

Ο Γεώργιος Γιαννόπουλος σημείωσε κάτι στο χαρτί του.

Δύο εβδομάδες αργότερα, ο Αχιλλέας Βασιλείου υπέβαλε παραίτηση με δική του αίτηση. Το έμαθα από την Κωνσταντίνα Βλάχος ένα πρωί, μόλις είχα μπει στο γραφείο και ακουμπούσα την κούπα μου στο περβάζι.

— Με δική του θέληση, — μου είπε. — Ήσυχα, χωρίς φασαρίες.

— Είναι δικαίωμά του, — αποκρίθηκα.

Η Στυλιανή Ρούσσος πήρε αποζημίωση έξι μισθών αντί για δύο. Δεν έμαθα ποτέ με ακρίβεια με ποιον τρόπο τακτοποιήθηκε στα χαρτιά, όμως εκείνο το βράδυ με πήρε τηλέφωνο και είπε μόνο μία λέξη:

«Ευχαριστώ».

Τίποτε άλλο.

Από τους επτά, δύο επέστρεψαν στη θέση τους — όσοι πραγματικά το ήθελαν. Οι υπόλοιποι προτίμησαν να πάρουν τα χρήματα.

Ως προσωρινή αναπληρώτρια διευθύντρια ορίστηκε η Αικατερίνη Αποστόλου. Με κάλεσε η ίδια.

— Μαρία, θα σε πειράζει αν σε συμβουλεύομαι πού και πού;

— Αικατερίνη, τριάντα χρόνια δουλεύουμε μαζί. Πότε σταματήσαμε να συμβουλευόμαστε η μία την άλλη;

Γέλασε. Ζεστά, όπως παλιά.

Το πρωινό που όλα είχαν πια τελειώσει, έφτασα πρώτη στο γραφείο. Έβαλα νερό στον βραστήρα και έβγαλα την κούπα μου με τη μπλε ρίγα — λευκή, πορσελάνινη, αυτή που είχα φέρει από το σπίτι πριν από είκοσι χρόνια.

Όσο περίμενα να βράσει το νερό, άνοιξα τον φορητό υπολογιστή και έγραψα ένα σύντομο μήνυμα στη Γεωργία Ανδρέου. Την ευχαρίστησα για την αποστολή και τη ρώτησα πότε υπολογίζεται η επόμενη συνεδρίαση της ομάδας εργασίας.

Η απάντησή της ήρθε ύστερα από σαράντα λεπτά:

«Πιθανότατα τον Μάρτιο. Σας περιμένουμε».

Έκλεισα το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και έβαλα τσάι.

Έξω απλωνόταν ένα παγωμένο πρωινό. Μέσα Νοεμβρίου, περίπου οκτώ βαθμοί κάτω από το μηδέν, αλλά ο ουρανός ήταν καθαρός και φωτεινός. Από τον διάδρομο άρχισαν ήδη να ακούγονται φωνές· οι άνθρωποι έρχονταν στη δουλειά. Σε μισή ώρα θα περνούσε από το γραφείο μου η Κωνσταντίνα Βλάχος με έγγραφα για υπογραφή, και αργότερα είχαμε σύσκεψη με τα τμήματα των περιοχών.

Πήρα την κούπα στα χέρια μου και σκέφτηκα πως τα τριάντα δύο χρόνια δεν είναι απλώς μια γραμμή προϋπηρεσίας. Είναι γνώση. Είναι η βεβαιότητα ότι ένα σύστημα μπορεί να λειτουργήσει, αρκεί να μην το διαλύεις. Ότι οι κανόνες δεν γράφονται για όσους ψάχνουν τρόπους να τους παρακάμπτουν, αλλά για εκείνους που τους τηρούν. Και ότι η υπομονή δεν είναι αδυναμία· είναι εργαλείο.

Ο Αχιλλέας Βασιλείου χαμογελούσε όταν μιλούσε για «φρέσκο αίμα». Δεν γνώριζε για το τηλεφώνημα. Δεν γνώριζε για το αρχείο. Δεν γνώριζε τι σημαίνουν τριάντα δύο χρόνια.

Ήπια την τελευταία γουλιά, άφησα την κούπα στο περβάζι και πήρα το τηλέφωνο. Έπρεπε να καλέσω ένα από τα περιφερειακά τμήματα· υπήρχε εκεί ένα πρόβλημα με τις αναφορές που έπρεπε να είχε λυθεί εδώ και καιρό.

Η δουλειά δεν περιμένει.

Κι εγώ δεν είχα καμία πρόθεση να φύγω πουθενά.

Ψίθυροι Ζωής