“Εκατό ευρώ” — είπε ο Αντώνιος Δημόπουλος και άπλωσε τα χαρτονομίσματα πάνω στο τραπέζι σαν τράπουλα

Απάνθρωπη αδικία που ματώνει κάθε αξιοπρέπεια.
Ιστορίες

Όχι άσπρο από θυμό, όχι εκείνη η κοκκινίλα που ανεβαίνει στο πρόσωπο όταν κάποιος οργίζεται. Άσπρο σαν φύλλο χαρτί.

— Δεν πλήρωσες; ρώτησε. Η φωνή του ήταν ίσια, χαμηλή, σχεδόν άχρωμη.

— Όχι.

— Από πότε;

— Τρεις μήνες.

Κάθισε στο σκαμνί. Το ξύλο έτριξε παρατεταμένα, παραπονιάρικα, λες και είχε κουραστεί κι εκείνο.

— Θα μπουν πρόστιμα. Προσαυξήσεις. Το καταλαβαίνεις, έτσι;

— Φυσικά. Λογίστρια είμαι. Μηδέν κόμμα ένα τοις εκατό την ημέρα πάνω στο ληξιπρόθεσμο ποσό.

Με κοιτούσε σαν να έβλεπε μπροστά του μια άγνωστη. Όχι τη γυναίκα του, εκείνη που επί οκτώ χρόνια έκανε σιωπηλά τις μεταφορές. Κάποια άλλη.

— Γιατί; είπε τελικά.

Άνοιξα το συρτάρι του τραπεζιού. Έβγαλα το πράσινο τετράδιο και το ακούμπησα μπροστά του.

— Άνοιξέ το.

Το ξεφύλλιζε αργά. Μία σελίδα, έπειτα άλλη. Στήλες, ημερομηνίες, ποσά. Ο γραφικός μου χαρακτήρας μικρός, καθαρός, χωρίς ούτε μια μουτζούρα. Τριάντα χρόνια στη δουλειά, το χέρι μου δεν είχε τρέμει ούτε μία φορά.

— Στην τελευταία σελίδα.

Γύρισε ως το τέλος. Εκεί υπήρχαν δύο αριθμοί, κλεισμένοι σε πλαίσιο.

17.600.

9.600.

— Το πρώτο είναι όσα πλήρωσα για σένα, είπα. Το δεύτερο είναι όσα μου έδωσες εσύ για να ζήσω. Στα ίδια οκτώ χρόνια.

Δεν απάντησε. Άρχισε να γυρίζει πάλι τις σελίδες προς τα πίσω, σαν να περίμενε να ξεπεταχτεί από κάπου ένα λάθος. Δεν βρήκε κανένα.

— Μου είχες πει να τα βγάζω πέρα με εκατό ευρώ. Και τα έβγαζα. Έβραζα σούπες με λαιμούς κοτόπουλου. Έκοβα μόνη μου τα μαλλιά μου, σκυμμένη πάνω από τον νιπτήρα. Αγόραζα καλσόν μία φορά στο εξάμηνο. Φορούσα τα ίδια παπούτσια τέσσερα χρόνια στη σειρά. Κι εσύ έπαιρνες καλάμια, μηχανισμούς, έκανες ατμόλουτρο σε βαρέλι με εξακόσια ευρώ, γέμιζες το τζιπ σου με βενζίνη εκατόν εξήντα ευρώ τον μήνα και μπροστά στους φίλους σου με αποκαλούσες σπάταλη.

Το πράσινο τετράδιο έμενε ανάμεσά μας, πάνω στο τραπέζι. Φθαρμένο, με γυρισμένες γωνίες, γεμάτο γραφή από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα.

— Από εδώ και πέρα θα πληρώνεις μόνος σου. Τα δικά σου δάνεια, τα δικά σου ψώνια, τη δική σου ζωή. Όπως κάνει ένας ενήλικος άντρας.

— Μα θα πουλήσουν την οφειλή σε εισπρακτική…

— Μπορεί.

— Αυτό είναι οικογένεια, Ιωάννα Γρηγοροπούλου!

Έσπρωξα τα γυαλιά μου στη θέση τους. Αργά, με την παλιά γνώριμη κίνηση. Ο βραχίονας γλίστρησε πάνω στη ράχη της μύτης μου.

— Σε μια οικογένεια δεν δίνουν στη γυναίκα σιτηρέσιο. Δεν ψάχνουν τις αποδείξεις μέσα στις σακούλες του σούπερ μάρκετ. Δεν καμαρώνουν στους φίλους τους για το πόσο φτηνά τους κοστίζει η σύζυγός τους. Και δεν αγοράζουν καλάμι ψαρέματος τριακοσίων ογδόντα ευρώ, όταν η γυναίκα τους δεν μπορεί να πάρει σαμπουάν των δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών.

Σηκώθηκε. Πήγε στο γκαράζ. Ως τη νύχτα δεν ξαναγύρισε.

Έβαλα το τετράδιο πάλι στο συρτάρι. Γύρισα το μικρό κλειδί, εκείνο από την παλιά βαλίτσα της μητέρας μου.

Ύστερα κάθισα δίπλα στο παράθυρο. Έξω σκοτείνιαζε. Κάτω από την πόρτα του γκαράζ φαινόταν μια λεπτή λωρίδα φωτός. Ο Αντώνιος Δημόπουλος μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον — με τη μητέρα του, ίσως. Ή με τον Σπυρίδων Κοντό. Έψαχνε από πού θα δανειστεί.

Έμεινα καθισμένη και ανέπνεα. Βαθιά, αργά, με όλο μου το στήθος. Και τότε, ξαφνικά, ένιωσα τους ώμους μου να κατεβαίνουν. Από μόνοι τους. Οκτώ χρόνια τους κρατούσα σηκωμένους. Κάθε μέρα. Χωρίς καν να το προσέχω.

Από έξω ακούγονταν τα τριζόνια. Η γη, ζεσταμένη όλη μέρα, μύριζε βαριά, και μαζί της ερχόταν μια γλυκιά ανθισμένη μυρωδιά — το γιασεμί είχε ανοίξει πλάι στον φράχτη. Καθόμουν μόνη στην ήσυχη κουζίνα και, πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, δεν ήθελα ούτε να μετρήσω ούτε να γράψω ούτε να αποδείξω τίποτα. Μόνο να μείνω εκεί.

Πέρασαν δύο μήνες.

Ο Αντώνιος Δημόπουλος δανείστηκε από τη μητέρα μου τετρακόσια ευρώ και έκλεισε μία από τις καθυστερημένες δόσεις. Σε μένα δεν είπε κουβέντα. Με πήρε εκείνη τηλέφωνο: «Ιωάννα, πέρασε ο Αντώνης, μου ζήτησε λίγα μέχρι να πληρωθεί. Του τα έδωσα, δικός μας άνθρωπος είναι». Έσφιξα το κινητό τόσο δυνατά που άσπρισαν τα δάχτυλά μου. Δεν μίλησα. Με τη μητέρα μου θα γινόταν άλλη συζήτηση. Αργότερα.

Το δεύτερο δάνειο το ρύθμισε με την τράπεζα. Το τράβηξε άλλα πέντε χρόνια. Η δόση έπεσε στα εκατόν είκοσι ευρώ. Τώρα την πληρώνει ο ίδιος. Στην ώρα της, χωρίς καθυστέρηση ούτε μέρα. Φαίνεται πως τα τηλεφωνήματα από το τμήμα εισπράξεων τον δίδαξαν καλύτερα απ’ όσο τα οκτώ χρόνια της σιωπής μου.

Το γιαπωνέζικο καλάμι στέκεται ακόμη στο γκαράζ, μέσα στη θήκη του, άθικτο. Για ψάρεμα δεν πήγε ούτε μία φορά αυτούς τους δύο μήνες. Η βενζίνη κοστίζει, και τα περισσευούμενα χρήματα τελείωσαν. Το μπάνιο το περιόρισε σε δύο φορές τον μήνα. Μπίρα αγοράζει μία φιάλη τη φορά, όχι κιβώτιο.

Μένουμε στο ίδιο σπίτι. Μιλάμε λίγο και μόνο για τα απαραίτητα. Τα σημειώματα στο ψυγείο δεν εξαφανίστηκαν· απλώς τώρα μετράει κι εκείνος. Χθες τον είδα στο μαγαζί να στέκεται μπροστά στα ψωμιά. Διάλεγε ανάμεσα σε δύο φραντζόλες: τη λευκή με σαράντα δύο λεπτά και τη μαύρη με τριάντα έξι. Πήρε τη μαύρη.

Δεν ξέρω αν τα πράγματα έγιναν καλύτερα. Πιο ήσυχα, ναι, έγιναν. Πιο ήρεμα, ίσως. Αλλά ζεστασιά δεν υπάρχει. Ούτε κανονική κουβέντα. Εκείνος πιστεύει πως τον πρόδωσα. Εγώ πιστεύω πως με πρόδιδε εκείνος οκτώ χρόνια ολόκληρα — με κάθε χαρτονόμισμα, με κάθε έλεγχο απόδειξης, με κάθε φορά που με έλεγε «σπάταλη».

Η συνάδελφός μου, η Καλλιόπη Σαββίδη, μου είπε στη δουλειά: «Καλά έκανες, Ιωάννα. Ας νιώσει στο πετσί του πώς είναι να διαλέγεις ανάμεσα στο ψωμί των τριάντα έξι και των σαράντα δύο λεπτών».

Η αδελφή μου, η Ξάνθη Κωνσταντίνου, όταν το έμαθε, αναστέναξε στο τηλέφωνο: «Είσαι απίστευτη. Οι εισπρακτικές είναι ακραίο πράγμα. Δεν μπορούσατε να καθίσετε να μιλήσετε σαν άνθρωποι; Οικογένεια διαλύεις».

Κι εγώ δεν ξέρω. Ειλικρινά, δεν ξέρω.

Ψίθυροι Ζωής