— Αντώνιε Δημόπουλε, — είπα χαμηλόφωνα, μα οι τέσσερις άντρες πάγωσαν σαν να είχε πέσει κάτι βαρύ ανάμεσά τους. — Αφού σου αρέσει να κάνεις λογαριασμούς μπροστά σε κόσμο, ας κάνουμε κι έναν δικό μου. Πόσα ξόδεψες τον τελευταίο χρόνο για τα ψαρέματά σου;
Σταμάτησε να μασάει. Το κομμάτι κρέας έμεινε καρφωμένο στο πιρούνι, μετέωρο στον αέρα.
— Τι σχέση έχει τώρα αυτό…
— Έχει. Χίλια τετρακόσια είκοσι ευρώ. Το καλάμι, τριακόσια ογδόντα. Ο μηχανισμός, διακόσια εβδομήντα. Πετονιές, τεχνητά δολώματα, κουταλάκια και κάθε λογής μικροπράγματα, άλλα διακόσια τριάντα μέσα στη χρονιά. Και δεν βάζω μόνο αυτά. Βενζίνες για τις εκδρομές σου. Εννιά φορές πήγες φέτος για ψάρεμα. Άλλα εξακόσια σαράντα ευρώ σε καύσιμα και δρόμους.
Η φωνή μου δεν ανέβηκε ούτε στιγμή. Τα έλεγα σαν να διάβαζα αναφορά σε πρωινή σύσκεψη, γραμμή γραμμή, έξοδο προς έξοδο.
— Σύνολο, δύο χιλιάδες εξήντα ευρώ για το χόμπι σου μέσα σε έναν χρόνο. Σε μένα, στο ίδιο διάστημα, έδωσες χίλια διακόσια. Για τρόφιμα, φάρμακα, απορρυπαντικά, σαπούνια, για όλα όσα χρειάζεται ένα σπίτι. Για τα καλάμια σου ξόδεψες σχεδόν τα διπλάσια απ’ όσα θεώρησες αρκετά για τη γυναίκα σου. Κι ύστερα λες εμένα σπάταλη;
Η σιωπή έπεσε πάνω στο τραπέζι σαν πέτρα.
Ο Σωκράτης Μαυρίδης ακούμπησε αργά το ποτήρι του κάτω. Ο Σπυρίδων Κοντός ξερόβηξε και έτριψε αμήχανα τον σβέρκο του. Ο Χρήστος Καραγιάννης είχε καρφώσει το βλέμμα στον φράχτη, με τόση προσήλωση λες και τον έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του.
— Τώρα βρήκες να τα πεις αυτά; Μπροστά στους άλλους; — μίλησε ο Αντώνιος μέσα από σφιγμένα δόντια. Οι μύες στα σαγόνια του πετάγονταν κάτω από το δέρμα, σκληροί σαν χαλίκια. — Έχεις χάσει τελείως το μέτρο;
— Εσύ το βρήκες σωστό μπροστά στους άλλους να με λες σπάταλη;
Σηκώθηκε. Όχι απότομα. Αργά, με τρόπο που έκανε την κίνηση πιο απειλητική. Έσπρωξε την καρέκλα πίσω και το πόδι της έτριξε πάνω στα πλακάκια. Μπήκε στο σπίτι. Η πόρτα έκλεισε ήσυχα, σταθερά, χωρίς χτύπημα. Κι αυτό ήταν το χειρότερο. Όταν ο Αντώνιος έκλεινε πόρτα χωρίς θόρυβο, σήμαινε τιμωρία. Σιωπή. Τρεις μέρες, μία εβδομάδα, όσο αποφάσιζε εκείνος. Η γνωστή ποινή της αφωνίας.
Οι άντρες άρχισαν να μαζεύονται ύστερα από κανένα τέταρτο. Ο Σπυρίδων μουρμούρισε ένα «γεια σας» και έφυγε πρώτος. Ο Χρήστος έγνεψε με το κεφάλι και τον ακολούθησε. Ο Σωκράτης, όμως, στάθηκε λίγο στην αυλόπορτα. Έμεινε εκεί, άλλαξε βάρος από το ένα πόδι στο άλλο, σαν να ήθελε να πει κάτι και να μην έβρισκε λέξεις. Στο τέλος άπλωσε απλώς το χέρι του. Του το έσφιξα. Η παλάμη του ήταν ζεστή, τραχιά, δυνατή.
Δεν είπε τίποτα. Και δεν χρειαζόταν.
Γύρισα στο κιόσκι. Μάζεψα τα πιάτα, τα στοίβαξα στη λεκάνη, πέταξα τα σκουπίδια. Το βράδυ ήταν γλυκό, μύριζε κάρβουνο και άνηθο από το παρτέρι. Από το διπλανό σπίτι ακουγόταν ραδιόφωνο, μια χαμηλή μελωδία χωρίς λόγια. Ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό βράδυ.
Μόνο που μέσα μου είχε απλωθεί τέτοια ησυχία, σαν να είχε κλείσει επιτέλους ένας βόμβος που δούλευε ασταμάτητα οκτώ χρόνια.
Κάθισα μόνη στον πάγκο του κιόσκι. Άφησα τα χέρια μου πάνω στα γόνατα και περίμενα να αρχίσουν να τρέμουν. Δεν έτρεμαν. Έμεναν ακίνητα, ήρεμα. Χέρια κουρασμένα, στεγνά, χέρια λογίστριας. Είχαν μάθει να κρατούν στυλό και να βγάζουν σύνολα. Ε, λοιπόν, εκείνο το βράδυ είχαν φτάσει επιτέλους στο τελικό άθροισμα.
Η σιωπή κράτησε δύο εβδομάδες. Ο Αντώνιος Δημόπουλος κυκλοφορούσε μέσα στο διαμέρισμα σαν ξένος συγκάτοικος. Έτρωγε πρωινό όταν εγώ ετοιμαζόμουν πια να φύγω για τη δουλειά. Βραδινό έτρωγε στο γκαράζ· είχε κουβαλήσει εκεί έναν ηλεκτρικό βραστήρα και έναν φούρνο μικροκυμάτων. Η επικοινωνία μας περιορίστηκε σε χαρτάκια κολλημένα με τον μαγνήτη «Στον καλύτερο ψαρά» πάνω στο ψυγείο: «Πάρε τηλέφωνο την πολυκατοικία για τον μετρητή», «Τελειώνει η σκόνη πλυντηρίου».
Απαντούσα στα ίδια χαρτιά: «Πήρα, θα έρθουν την Τετάρτη», «Η σκόνη κάνει 3,40 ευρώ. Από ποια εκατό ευρώ να τα βγάλω;»
Το τελευταίο σημείωμα το τσαλάκωσε και το πέταξε στον κάδο. Τη σκόνη, όμως, την αγόρασε μόνος του. Πρώτη φορά σε οκτώ χρόνια.
Εγώ, κάθε βράδυ, άνοιγα το τετράδιό μου. Οι στήλες μεγάλωναν. Αριστερά, τα δικά του έξοδα: μεγάλοι αριθμοί, φαρδιά στήλη. Δεξιά, τα δικά μου: μικροποσά, ένα λεπτό ρυάκι από ευρώ. Δύο διαφορετικοί κόσμοι στο ίδιο φύλλο. Δίπλα δίπλα, μα ποτέ μαζί.
Το τελικό ποσό το έγραψα στην τελευταία σελίδα. Το κύκλωσα με κόκκινο στυλό, διπλή γραμμή.
Σε οκτώ χρόνια, για τα δικά του δάνεια, είχα μεταφέρει δεκαεπτά χιλιάδες εξακόσια ευρώ. Τέσσερα χρόνια από τον μισθό μου. Χρήματα που πήγαν στη βάρκα του, στη μηχανή της και σε εκείνο το βαρέλι-λουτρό όπου αχνιζόταν με τους φίλους του.
Εκείνος, στα ίδια οκτώ χρόνια, μου είχε δώσει εννιά χιλιάδες εξακόσια ευρώ. Εκατό ευρώ τον μήνα, επί ενενήντα έξι μήνες. Για ζωή, φαγητό, φάρμακα, σπίτι, τα πάντα.
Εγώ είχα πληρώσει γι’ αυτόν σχεδόν τα διπλάσια απ’ όσα εκείνος μου είχε δώσει για να υπάρχω.
Και τότε έκανα αυτό προς το οποίο βάδιζα τρεις μήνες. Ίσως και ολόκληρα οκτώ χρόνια.
Σταμάτησα να πληρώνω τα δάνειά του. Και τα δύο. Οριστικά.
Άνοιξα την εφαρμογή της τράπεζας. Το γνώριμο ποσό φαινόταν στην οθόνη: διακόσια τριάντα ευρώ. Το δάχτυλό μου στάθηκε για λίγο από πάνω. Πάτησα «Ακύρωση». Διέγραψα την πάγια εντολή. Έκλεισα την εφαρμογή.
Την πρώτη εβδομάδα δεν έγινε τίποτα. Τη δεύτερη του ήρθε μήνυμα· το έσβησε χωρίς να το ανοίξει. Την τρίτη τον κάλεσαν στο τηλέφωνο. Το έκλεισε, νομίζοντας πως ήταν διαφήμιση. Την τέταρτη τηλεφώνησαν ξανά. Και μετά πάλι. Και ξανά.
Εκείνο το τηλεφώνημα τον πέτυχε στον διάδρομο. Εγώ ήμουν στην κουζίνα και καθάριζα πατάτες. Το μαχαίρι έφευγε πάνω στη φλούδα σε ίσιες, λεπτές λωρίδες. Ανάμεσά μας υπήρχε τοίχος, κι όμως κάθε λέξη έφτανε καθαρή στ’ αυτιά μου.
— Ναι, σας ακούω. Ποια οφειλή; Πεντακόσια σαράντα ευρώ; Κάνετε λάθος. Η γυναίκα μου πληρώνει… Δηλαδή… Όχι, περιμένετε…
Ακολούθησε μια μακριά παύση. Άκουσα το χέρι του να κατεβαίνει αργά μαζί με το κινητό.
Ύστερα μπήκε στην κουζίνα. Το πρόσωπό του ήταν κάτασπρο.
