“Εκατό ευρώ” — είπε ο Αντώνιος Δημόπουλος και άπλωσε τα χαρτονομίσματα πάνω στο τραπέζι σαν τράπουλα

Απάνθρωπη αδικία που ματώνει κάθε αξιοπρέπεια.
Ιστορίες

Χωρίς να πω λέξη, πήγα στο συρτάρι όπου κρατούσα τις αποδείξεις και τους λογαριασμούς. Έψαξα ανάμεσα στα χαρτιά, βρήκα εκείνο που ήθελα και το ακούμπησα δίπλα στη δική του απόδειξη.

Σαράντα ένα ευρώ. Βενζινάδικο. Γεμάτο ρεζερβουάρ.

— Αυτό τι είναι; — ρώτησε ο Αντώνιος Δημόπουλος.

— Η απόδειξη για τη βενζίνη. Δική σου. Προχθεσινή.

— Και λοιπόν; Πρέπει να πηγαίνω στη δουλειά!

— Η δουλειά σου είναι εφτά χιλιόμετρα από εδώ. Με γεμάτο ντεπόζιτο κάνεις πάνω από εξακόσια χιλιόμετρα, δηλαδή σου φτάνει για τρεις εβδομάδες. Εσύ όμως γεμίζεις κάθε εβδομάδα. Τέσσερις φορές τον μήνα. Άρα πηγαίνεις κι αλλού. Στη λίμνη, στον Σπυρίδωνα Κοντό, για ψάρεμα. Σαράντα ένα ευρώ επί τέσσερα, εκατόν εξήντα τέσσερα ευρώ τον μήνα. Μόνο για βενζίνη. Κι εγώ δεν επιτρέπεται να πάρω σαμπουάν με δύο ευρώ και ογδόντα.

Κοκκίνισε. Όχι από ντροπή· την ντροπή του την ήξερα, τότε χαμήλωνε τα μάτια. Τώρα με κοιτούσε κατάματα, ενώ το πρόσωπό του σκοτείνιαζε από κάτω προς τα πάνω, από τον λαιμό ως το μέτωπο. Μια φλέβα στον κρόταφό του άρχισε να πάλλεται.

— Εγώ τα βγάζω! — ύψωσε τη φωνή του. — Έχω δικαίωμα να ξοδεύω!

— Εσύ παίρνεις οκτακόσια πενήντα ευρώ. Εγώ τριακόσια ογδόντα. Από τα δικά μου τριακόσια ογδόντα, τα διακόσια τριάντα πάνε στο δάνειό σου. Μου μένουν εκατόν πενήντα. Εσύ μου δίνεις εκατό «για το σπίτι». Πενήντα τα κρατάω για τα φάρμακα της μάνας μου. Για μένα δεν μένει τίποτα. Ούτε ένα ευρώ, Αντώνιε. Οκτώ ολόκληρα χρόνια.

Έφυγε χτυπώντας την πόρτα τόσο δυνατά, που από το ραφάκι του διαδρόμου έπεσε μια κορνίζα. Το τζάμι ράγισε, μα δεν έγινε κομμάτια. Ήταν η φωτογραφία του γάμου μας. Χίλια εννιακόσια ενενήντα οκτώ. Εγώ είκοσι τεσσάρων, εκείνος είκοσι έξι. Χαμογελαστοί και οι δύο. Δεν ξέραμε ακόμη τίποτα.

Σήκωσα την κορνίζα και την έβαλα στη θέση της. Η ρωγμή περνούσε ακριβώς ανάμεσά μας: εκείνος αριστερά, εγώ δεξιά.

Γύρισα στην κουζίνα και άνοιξα το πράσινο τετράδιο.

«Φεβρουάριος. Σαμπουάν — 2,80 €. Βενζίνη Αντ. — 41 €. Διαφορά: δεκατέσσερις φορές και κάτι. Καβγάς — για τα δικά μου 2,80».

Έσφιγγα το στιλό τόσο δυνατά, που άσπρισαν οι αρθρώσεις μου. Τα γράμματά μου όμως έμειναν ίσια και καθαρά. Τριάντα χρόνια δουλειάς είχαν κάνει το χέρι μου να υπακούει.

Το βράδυ τηλεφώνησε η κόρη μου. Η Μελίνα Αγγελοπούλου ζούσε στην Πάτρα και εργαζόταν ως διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων. Είκοσι έξι χρονών, σε νοικιασμένο σπίτι, με δικό της μισθό.

— Μαμά, γιατί είσαι έτσι; Δεν μιλάς.

— Κουράστηκα. Είχαμε πολλή δουλειά σήμερα.

— Πάλι ο πατέρας; Πάλι για λεφτά;

Ίσιωσα τα γυαλιά μου. Οι φακοί ήταν καθαροί, όμως η κίνηση είχε μείνει στα δάχτυλά μου: όταν αγχωνόμουν, έσπρωχνα τον σκελετό ψηλότερα στη μύτη.

— Όχι, όχι. Όλα καλά.

— Μαμά. Το καταλαβαίνω.

Το καταλάβαινε πάντα. Από μαθήτρια ακόμη πρόσεχε πως η μητέρα της έκοβε μόνη τα μαλλιά της πάνω από τον νιπτήρα, ενώ ο πατέρας της έφερνε κάθε δυο εβδομάδες καινούριο κουτί με τεχνητά δολώματα.

— Θα τα πούμε άλλη φορά, — είπα και έκλεισα.

Το χαμάμ της Παρασκευής ο Αντώνιος Δημόπουλος δεν το έχανε ποτέ. Τέσσερις άντρες: εκείνος, ο Σπυρίδων Κοντός, ο Σωκράτης Μαυρίδης και ο Χρήστος Καραγιάννης. Κρέατα στα κάρβουνα, ατμός, μπίρες, κουβέντες για ψάρια και μηχανές.

Κάθε δύο ή τρεις μήνες η παρέα μαζευόταν στο δικό μας σπίτι. Στην αυλή, κάτω από την κληματαριά. Κρέας στη σχάρα, αγγουράκια από τον κήπο. Και η ξύλινη μπανιέρα για κρύο νερό, από κέδρο, εξακόσια ευρώ, τοποθετημένη πριν από τρία χρόνια. Κι αυτή με δάνειο. Κι αυτό το πλήρωνα εγώ.

Το κρέας για τα σουβλάκια το αγόραζε ο ίδιος. Εκεί δεν τσιγκουνευόταν: τρία κιλά χοιρινό λαιμό, ενάμισι κιλό μοσχάρι. Μαρινάδες, σάλτσες, πίτες. Πενήντα με εξήντα ευρώ τη φορά. Εγώ έβγαζα αλλαντικά, λαχανικά και ψωμί. Όχι επειδή το ήθελα· το πρωί μού είχε πει: «Φρόντισε να είναι το τραπέζι της προκοπής. Να μη γίνουμε ρεζίλι στους άντρες».

Να μη γίνει ρεζίλι. Στους άντρες. Μπροστά στη γυναίκα του, που ζούσε με εκατό ευρώ τον μήνα, όλα ήταν εντάξει.

Άφησα τα πιάτα στο τραπέζι. Ο Σωκράτης Μαυρίδης, βαρύς και λιγομίλητος, μου έγνεψε. Ο Σπυρίδων Κοντός, ο νεότερος της παρέας, είπε: «Ευχαριστώ, κυρία Ιωάννα». Ο Χρήστος Καραγιάννης γέμισε το ποτήρι του με μπίρα και δεν έβγαλε λέξη.

Ο Αντώνιος μασούσε το κρέας μισοξαπλωμένος στην καρέκλα. Χορτάτος, χαλαρός. Είχε ξεκουμπώσει το πάνω κουμπί του πουκαμίσου του. Στον καρπό του γυάλισε το βαρύ ρολόι, ένα Casio των διακοσίων είκοσι ευρώ. Δώρο στον εαυτό του για τα περσινά του γενέθλια. Αν το υπολόγιζες σωστά, το δώρο είχε αγοραστεί με δικά μου λεφτά.

— Ξέρετε τι νοικοκυρά είναι η δικιά μου; — είπε, κουνώντας το πιρούνι προς το σπίτι, σαν να στεκόμουν πίσω από τον τοίχο. Κι όμως ήμουν τρία μέτρα μακριά, με τον άδειο δίσκο στα χέρια. — Με εκατό ευρώ τον μήνα ζει. Και μια χαρά τα καταφέρνει! Μακάρι να είχαν όλοι τέτοιες γυναίκες.

Ο Σπυρίδων Κοντός γέλασε αβέβαια. Ο Σωκράτης Μαυρίδης κάρφωσε το βλέμμα στο πιάτο του. Ο Χρήστος Καραγιάννης ήπιε μια γουλιά μπίρα κοιτάζοντας κάπου στο πλάι.

— Σοβαρά μιλάω, — συνέχισε ο Αντώνιος. — Της λέω συνέχεια: να ζεις σύμφωνα με τις δυνατότητές σου. Η οικονομία είναι σαν το ψάρεμα, θέλει υπομονή. Κι αυτή πάει και φέρνει σαμπουάν με τρία ευρώ. Σπάταλη!

Γέλασε μόνος του. Οι άλλοι έμειναν σιωπηλοί.

Στεκόμουν με τον δίσκο στα χέρια. Τα πόδια μου βάρυναν, λες και μου είχαν γεμίσει τα παπούτσια με μολύβι. Ο λαιμός μου έκλεισε. Οκτώ χρόνια τα κατάπινα όλα αυτά. Ενενήντα έξι φορές είχα πάρει τα χρήματα για το τραπέζι και είχα πει «ευχαριστώ».

Άφησα τον δίσκο στην άκρη του τραπεζιού. Αργά και προσεκτικά.

Ψίθυροι Ζωής