Κάθισα στην κεφαλή του τραπεζιού, ακριβώς απέναντι από την πεθερά μου. Ο Παναγιώτης Ανδρέου χώθηκε σε μια θέση στην άκρη, καμπουριασμένος τόσο πολύ, που έμοιαζε να έχει μικρύνει μέσα σε λίγα λεπτά. Η Αναστασία Αποστόλου και η Παρασκευή Καραγιάννη είχαν σκύψει πάνω από τον κατάλογο των ποτών, τάχα πως τον μελετούσαν, μόνο και μόνο για να μη σηκώσουν το βλέμμα τους.
Ο σερβιτόρος γέμισε γρήγορα τα ποτήρια με νερό και απομακρύνθηκε αθόρυβα.
Η σιωπή που απλώθηκε ανάμεσά μας έγινε σχεδόν βασανιστική. Ακουγόταν καθαρά το βουητό του κλιματιστικού που ανακάτευε τον ζεστό αέρα. Η Δέσποινα Δημόπουλος στριφογύριζε νευρικά το δαχτυλίδι στο δάχτυλό της. Δεν ήταν γυναίκα μαθημένη να χάνει. Πόσο μάλλον μπροστά σε όλους.
Περίμενε ώσπου να μας φέρουν τα ορεκτικά. Ύστερα πήρε το πιρούνι, ανακάτεψε αφηρημένα τη σαλάτα της και κάρφωσε πάνω μου το βλέμμα της.
— Ενδιαφέρον, — είπε, προσπαθώντας να ξαναφορέσει εκείνο το παλιό, υπεροπτικό ύφος της. — Γνωριμίες με ιδιοκτήτες εστιατορίων… βολικό πράγμα, δεν λέω. Κάπου χρησιμεύει στη ζωή. Αλλά, Σοφία, άλλο είναι να ψάχνεις ξένα χαρτιά και εντελώς άλλο να στήσεις μια πραγματική επιχείρηση από το μηδέν. Όπως έκανε ο Παναγιώτης μας.
Ο Παναγιώτης Ανδρέου στραβοκατάπιε το νερό του και άρχισε να βήχει.
— Μαμά… ας φάμε απλώς, εντάξει; — ψέλλισε βραχνά, σκουπίζοντας το στόμα του με την πετσέτα.
— Γιατί; Τι είπα δηλαδή; — η πεθερά μου ύψωσε τη φωνή της. — Δεν έχω δικαίωμα να καμαρώνω τον γιο μου; Αυτός έστησε το κέντρο διανομών. Αυτός κλείνει συμφωνίες με τα μεγαλύτερα εργοστάσια. Αυτός συντηρεί την οικογένεια. Κι εσύ, Σοφία, μπορείς να κάνεις όσες παρέες θέλεις με εστιάτορες, όμως αν δεν υπήρχε ο Παναγιώτης, τέτοια ρούχα δεν θα φορούσες.
Με το πιρούνι έδειξε το σακάκι μου.
Η Παρασκευή Καραγιάννη πήρε θάρρος και κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
— Έτσι είναι. Ο Παναγιώτης λιώνει στη δουλειά όλη μέρα. Κι εσύ απλώς μετακινείς πίνακες στο λάπτοπ σου.
Άφησα ήρεμα τα μαχαιροπίρουνα στην άκρη του πιάτου. Ακούμπησα την πετσέτα στα χείλη μου και μετά γύρισα προς τον άντρα μου. Ήταν άσπρος σαν πανί, με το μέτωπό του να γυαλίζει από τον ιδρώτα, και κοιτούσε σιωπηλός το τραπεζομάντιλο.
— Παναγιώτη, — είπα με φωνή απόλυτα σταθερή. — Θα εξηγήσεις μόνος σου στη μητέρα σου σε ποιον ανήκει αυτή η επιχείρηση ή προτιμάς να σε βοηθήσω;
Η Δέσποινα Δημόπουλος συνοφρυώθηκε.
— Τι είναι αυτά που λες;
— Παναγιώτη, περιμένω.
Εκείνος τινάχτηκε ελαφρά.
— Σοφία, όχι εδώ… ας το συζητήσουμε στο σπίτι, — προσπάθησε να χαμογελάσει, μα το αποτέλεσμα ήταν αξιολύπητο. — Μαμά, όλα είναι εντάξει. Θα τα πούμε μετά.
— Όχι, τώρα θα τα πούμε, — ακούμπησα τους αγκώνες μου στο τραπέζι. — Κυρία Δημόπουλος, θυμάστε πέρσι που ο Παναγιώτης ήρθε σε εσάς και σας ζήτησε βοήθεια για να αγοράσει τα πρώτα φορτηγά; Σας είχε ζητήσει να πουλήσετε εκείνο το εξοχικό όπου πηγαίνετε μία φορά στα τρία χρόνια.
Τα χείλη της πεθεράς μου έγιναν μια λεπτή γραμμή.
— Αυτά είναι οικογενειακά μας ζητήματα. Δεν είμαι υποχρεωμένη να ρίχνω χρήματα σε ριψοκίνδυνες ιδέες. Είμαι συνταξιούχος.
— Σωστά. Του αρνηθήκατε. Του είπατε ότι δεν θα τα καταφέρει και πως καλύτερα να μείνει σε μια δουλειά γραφείου με μισθό. Εγώ όμως τον πίστεψα.
Έστρεψα το βλέμμα μου πρώτα στην Παρασκευή Καραγιάννη και ύστερα στην Αναστασία Αποστόλου.
— Πούλησα το δικό μου διαμέρισμα στην Αττική, που το είχα αγοράσει πριν από τον γάμο. Πήρα δύο δάνεια στο όνομά μου, ως ελεύθερη επαγγελματίας. Ίδρυσα την εταιρεία «Global-Logistic ΙΚΕ».
— Και λοιπόν; — η Δέσποινα Δημόπουλος τίναξε νευρικά τον ώμο της. — Η γυναίκα πρέπει να στηρίζει τον άντρα της. Έκανες μερικά χαρτιά, μπράβο σου. Αλλά ο Παναγιώτης τη διοικεί!
Γέλασα σιγανά. Με το που ακούστηκε αυτός ο ήχος, ο Παναγιώτης μάζεψε ακόμη περισσότερο το κεφάλι στους ώμους.
— Κυρία Δημόπουλος, ο Παναγιώτης δεν διοικεί τίποτα. Ο Παναγιώτης εργάζεται για μένα. Με σύμβαση εργασίας. Εγώ είμαι η μοναδική ιδιοκτήτρια της εταιρείας. Σε μένα ανήκουν οι λογαριασμοί, τα περιουσιακά στοιχεία και όλα τα οχήματα. Και η μεγάλη συμφωνία που γιορτάζετε σήμερα είναι δικό μου συμβόλαιο. Εγώ διαπραγματευόμουν τρεις εβδομάδες με το εργοστάσιο. Ο Παναγιώτης απλώς πήγε εκεί έναν έτοιμο φάκελο με υπογραφές.
Το πρόσωπο της πεθεράς μου μάκρυνε. Με κοιτούσε σαν να είχα αρχίσει ξαφνικά να μιλώ σε άγνωστη γλώσσα.
— Ανοησίες, — ψιθύρισε και γύρισε προς τον γιο της. — Παναγιώτη, πες της να σταματήσει να λέει τέτοιες σαχλαμάρες.
Ο Παναγιώτης δεν απάντησε. Πήρε το ποτήρι με το νερό, όμως τα χέρια του έτρεμαν τόσο έντονα, που το νερό χύθηκε πάνω στο τραπεζομάντιλο.
— Παναγιώτη;! — η φωνή της Δέσποινας Δημόπουλος έσπασε σε κραυγή.
— Μαμά, έτσι έγιναν τα πράγματα, — μουρμούρισε εκείνος, χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το πιάτο του. — Στο όνομα της Σοφίας ήταν πιο εύκολο να γίνουν όλα… η πιστοληπτική της εικόνα, τα χαρτιά, αυτά. Αλλά οικογένεια είμαστε! Τι σημασία έχει σε ποιο όνομα είναι τα έγγραφα;
— Έχει τεράστια σημασία, Παναγιώτη, — είπα και σηκώθηκα αργά από την καρέκλα μου, κοιτάζοντάς τον χωρίς να χαμηλώσω το βλέμμα.
