“Νικόλαε Παύλου, θα μου εξηγήσεις τώρα αμέσως τι συμβαίνει εδώ μέσα ή να καλέσω κατευθείαν την αστυνομία;” είπε η Ζωή Ρήγα, κλείνοντας πίσω της την πόρτα και αντικρίζοντας βαλίτσες και ανοιχτή ντουλάπα που μαρτυρούν εγκατάσταση

Απαράδεκτη απάθεια, πληγώνει την ψυχή.
Ιστορίες

και πηγαίνεις την αδελφή σου εκεί όπου θα τη φιλοξενούσες, αν αυτό το διαμέρισμα δεν υπήρχε καθόλου στη ζωή σου.

— Το λες στ’ αλήθεια τώρα; — Η Γεωργία Θεοδώρου γέλασε, περισσότερο από αμηχανία παρά από διασκέδαση. — Τέτοια ώρα;

— Πιο σοβαρά δεν γίνεται.

— Κι αν, πραγματικά, δεν έχω πού να πάω;

— Αυτό έπρεπε να το είχατε σκεφτεί πριν μπουν οι βαλίτσες σε ξένο σπίτι.

Το πρόσωπο του Νικόλαου Παύλου σκοτείνιασε.

— Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μιλάς έτσι στην αδελφή μου.

— Κι εσύ δεν είχες κανένα δικαίωμα να αποφασίζεις για το διαμέρισμά μου.

— Πάλι τα ίδια; «Το διαμέρισμά μου, το διαμέρισμά μου»!

— Ναι, γιατί μόλις απέδειξες πως, αν δεν το λέω δυνατά, εσύ το ξεχνάς.

Μια βαριά σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. Η Γεωργία Θεοδώρου ήταν η πρώτη που χαμήλωσε τα μάτια. Ύστερα γύρισε και πλησίασε το παράθυρο. Έξω το φως είχε αρχίσει να σβήνει· στην αυλή οι προβολείς των αυτοκινήτων γλιστρούσαν πάνω στα γυμνά κλαδιά. Στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα σφιχτά στο στήθος, και τότε η Ζωή Ρήγα θυμήθηκε, με μια ξαφνική καθαρότητα, πώς είχαν αρχίσει όλα με αυτή την οικογένεια.

Στην αρχή η Γεωργία Θεοδώρου έδειχνε εγκάρδια. Στον γάμο την αγκάλιαζε, τη φώναζε «Ζωίτσα», τη ρωτούσε για την ανακαίνιση, επαινούσε το γούστο της. Αργότερα, όμως, όταν έγινε σαφές πως το σπίτι δεν της είχε πέσει από τον ουρανό, ούτε το είχε κληρονομήσει από γονείς, ούτε το είχε αποκτήσει «από τύχη», αλλά το είχε αγοράσει πριν γνωρίσει τον Νικόλαο Παύλου, πληρώνοντάς το μόνη της επί χρόνια και στερώντας από τον εαυτό της σχεδόν τα πάντα, κάτι άλλαξε στη φωνή της. Δεν ήταν ξεκάθαρη ζήλια· ήταν κάτι πιο δυσάρεστο. Ένα συγκαταβατικό μειδίαμα ανθρώπου που αποδέχεται το γεγονός, αλλά αρνείται να το θεωρήσει δίκαιο.

— Εσύ, τουλάχιστον, στάθηκες τυχερή, — είχε πετάξει κάποτε σε ένα οικογενειακό τραπέζι. — Το θέμα της στέγης το έχεις λυμένο.

Τότε η Ζωή Ρήγα είχε απαντήσει ήρεμα:

— Η λέξη «τυχερή» δεν είναι ακριβώς σωστή.

Η Γεωργία Θεοδώρου είχε σηκώσει αδιάφορα τους ώμους.

— Ναι, καλά. Όλοι κουρασμένοι είμαστε εδώ μέσα.

Μετά από τέτοιες κουβέντες, ο Νικόλαος Παύλου συνήθως συνοφρυωνόταν και έλεγε:

— Γεωργία, φτάνει. Γιατί το τραβάς;

Μα στη φωνή του δεν υπήρχε ποτέ αληθινή αγανάκτηση. Μόνο μια άτονη προσπάθεια να σβήσει η ένταση, τίποτε περισσότερο. Σαν το πρόβλημα να μην ήταν οι κουβέντες της αδελφής του, αλλά το ότι η Ζωή Ρήγα τύχαινε να τις ακούει.

Τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου η Ζωή Ρήγα προσπαθούσε να μην το παίρνει κατάκαρδα. Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, οι οικογένειες έχουν άλλες συνήθειες, ο καθένας έχει τον τρόπο του να μιλά. Δεν ήθελε να γίνει εκείνη η γυναίκα που σε κάθε φράση των συγγενών του άντρα της βλέπει απειλή. Όμως οι μικρές λεπτομέρειες πλήθαιναν. Πότε η Γεωργία Θεοδώρου εμφανιζόταν χωρίς να τηλεφωνήσει. Πότε έπαιρνε από το ράφι την κρέμα χεριών και έλεγε: «Α, νόμιζα πως δεν θα σε πείραζε». Άλλη φορά είχε ανακοινώσει ότι στο μικρό δωμάτιο θα έπρεπε να γίνει «μια κανονική κρεβατοκάμαρα», γιατί «έρχονται καλεσμένοι και δεν είναι κατάσταση αυτή». Κάθε φορά ο Νικόλαος Παύλου ζητούσε από τη γυναίκα του να μη δίνει σημασία.

— Έτσι είναι η Γεωργία, ευθύς άνθρωπος. Μην το παίρνεις προσωπικά.

Μόνο που η περίφημη ευθύτητά της λειτουργούσε πάντα προς μία κατεύθυνση. Μπορούσε να σχολιάζει ό,τι δεν της ανήκε, να κάνει κουμάντο στον χρόνο των άλλων, να μπαίνει σε χώρους που δεν ήταν δικοί της. Αν όμως κάποιος της απαντούσε με το ίδιο ύφος, άρχιζε αμέσως η παράσταση: προσβολή, κούραση, «εγώ από εδώ και πέρα δεν ξαναμιλάω».

Τώρα η Ζωή Ρήγα κοιτούσε τον άντρα της και καταλάβαινε κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε τολμήσει να πει καθαρά μέσα της. Το ζήτημα δεν ήταν καν η Γεωργία Θεοδώρου. Εκείνη απλώς είχε μπει από μια πόρτα που κάποιος της άνοιξε. Το ουσιαστικό πρόβλημα στεκόταν μπροστά της, με τη φόρμα του σπιτιού και το μπλουζάκι του, παριστάνοντας πως όλα μπορούσαν να διορθωθούν με δυο πληγωμένα βλέμματα.

— Περιμένω, — είπε η Ζωή Ρήγα.

— Τι περιμένεις; — πέταξε απότομα ο Νικόλαος Παύλου.

— Να πάρεις τις βαλίτσες.

— Δεν πρόκειται να την πάω πουθενά αυτή τη στιγμή.

Η Ζωή Ρήγα έγνεψε αργά, σαν να είχε ακούσει ακριβώς την απάντηση που περίμενε.

— Ωραία.

Έβγαλε το κινητό της.

Η Γεωργία Θεοδώρου γύρισε απότομα.

— Τι πας να κάνεις;

— Λύνω το ζήτημα με τον μόνο τρόπο που μου αφήσατε εσύ και ο Νικόλαος Παύλου.

— Τρελάθηκες; — Ο Νικόλαος Παύλου έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. — Θα καλέσεις την αστυνομία για μια οικογενειακή κουβέντα;

Η Ζωή Ρήγα κοίταξε την οθόνη και μετά εκείνον.

— Όχι. Όχι ακόμη. Κλειδαρά.

Για μια στιγμή εκείνος έχασε τα λόγια του.

— Τι κλειδαρά;

— Έναν κανονικό κλειδαρά. Για να αλλάξει αύριο το πρωί τις κλειδαριές.

Η Γεωργία Θεοδώρου χτύπησε απότομα την παλάμη της στο μπράτσο της πολυθρόνας.

— Αυτό πια είναι θέατρο.

— Όχι, Γεωργία. Θέατρο ήταν αυτό που στήθηκε πριν γυρίσω, όταν αποφασίσατε να παίξετε τη μετακόμιση χωρίς την ιδιοκτήτρια του σπιτιού.

Το μάγουλο του Νικόλαου Παύλου τινάχτηκε. Όταν θύμωνε πραγματικά, το αριστερό του μάγουλο έμοιαζε πάντα να πετρώνει.

— Τα κάνεις χειρότερα για όλους.

— Όχι. Φροντίζω να μην επαναληφθεί ποτέ αυτό που έγινε σήμερα.

Έριξε μια κοφτή ματιά προς την αδελφή του. Εκείνη την κατάλαβε αμέσως και γύρισε αλλού το πρόσωπο. Ανάμεσά τους πέρασε κάτι παλιό, δοκιμασμένο πολλές φορές: τώρα έπρεπε να αντέξουν, να πιέσουν μαζί, ύστερα εκείνη θα έμενε, η Ζωή Ρήγα θα ηρεμούσε, η νύχτα θα σκέπαζε τα πάντα. Έτσι το είχαν υπολογίσει, πιθανότατα. Δεν χρειαζόταν καν να το πουν δυνατά. Ήταν βέβαιοι πως το βράδυ θα βράσει και το πρωί θα φέρει συμβιβασμό.

Η Ζωή Ρήγα ήξερε καλά αυτόν τον μηχανισμό. Πρώτα σε φέρνουν προ τετελεσμένου. Έπειτα σου εξηγούν πως είναι αργά για αντιρρήσεις, επειδή όλα έχουν ήδη συμβεί. Μετά σου ζητούν να μην οξύνεις την κατάσταση, γιατί οι άνθρωποι περνούν δύσκολα. Και ύστερα περνά μια εβδομάδα, περνά και δεύτερη, και η νέα πραγματικότητα κολλάει πάνω στο σπίτι σαν υγρασία στο περβάζι. Γίνεται πιο δύσκολο να την τινάξεις από πάνω σου παρά να τη δεχτείς. Σε αυτό ακριβώς πόνταραν.

— Έχεις πέντε λεπτά, — είπε στον Νικόλαο Παύλου. — Ή βγαίνετε μόνοι σας από το σπίτι ή τηλεφωνώ στις αρχές και δηλώνω ότι μέσα στο διαμέρισμά μου βρίσκονται άνθρωποι στους οποίους δεν έδωσα άδεια να μπουν.

— Είσαι στα καλά σου; — ξαναρώτησε εκείνος, αυτή τη φορά πιο χαμηλόφωνα.

— Περισσότερο από ποτέ.

Η Γεωργία Θεοδώρου σήκωσε το κεφάλι.

— Νικόλαε, το ακούς; Είναι έτοιμη να πετάξει την αδελφή σου έξω με την αστυνομία. Να λοιπόν πόσο μας υπολογίζει.

— Μην τα διαστρεβλώνεις, — είπε η Ζωή Ρήγα. — Το πώς σε βλέπω φάνηκε από τη στιγμή που ούτε καν σκέφτηκες να με πάρεις εσύ τηλέφωνο. Μπορούσες να καλέσεις και να μου πεις: «Ζωή, έχω πρόβλημα, μπορώ να μείνω λίγες μέρες;» Δεν το έκανες όμως. Γιατί; Επειδή ήξερες τι θα απαντούσα;

Η Γεωργία Θεοδώρου χλόμιασε, αλλά αμέσως έσφιξε τα χείλη.

— Επειδή μαζί σου δεν μπορεί κανείς να συνεννοηθεί ανθρώπινα.

— Ανθρώπινα σημαίνει να ρωτάς.

Ο Νικόλαος Παύλου κάθισε ξαφνικά σε μια καρέκλα και κάρφωσε το βλέμμα του στο πάτωμα. Αυτό δεν ήταν καλό σημάδι. Σήμαινε πως δεν σκόπευε να λύσει τίποτα. Είχε διαλέξει τη σιωπηλή άμυνα, από την οποία αργότερα θα ξεφύτρωνε το αγαπημένο του: «εσύ τα γκρέμισες όλα».

Και τότε η Ζωή Ρήγα θυμήθηκε, με απρόσμενη διαύγεια, την πρώτη μέρα που είχε νιώσει πως στον γάμο τους είχε ανοίξει ρωγμή. Όχι από έναν καβγά, αλλά από τη συνήθεια του Νικόλαου Παύλου να αποφασίζει και για τους δύο.

Ήταν σχεδόν έναν χρόνο πριν. Χωρίς να το συζητήσει μαζί της, είχε δώσει στη Γεωργία Θεοδώρου ένα σετ κλειδιά, τάχα για να ποτίζει τα λουλούδια όσο εκείνοι θα έλειπαν τρεις μέρες. Η Ζωή Ρήγα το είχε μάθει τυχαία, όταν είδε την αδελφή του στην είσοδο της πολυκατοικίας δύο μέρες πριν από το ταξίδι.

— Α, απλώς δοκίμασα αν ταιριάζει το κλειδί, — είχε πει η Γεωργία Θεοδώρου με ζωηρό ύφος.

Τότε η Ζωή Ρήγα είχε νιώσει κάτι μέσα της να σφίγγεται, αλλά ο Νικόλαος Παύλου το είχε υποβαθμίσει ξανά.

— Για κάθε ενδεχόμενο ήταν.

Μόνο που αυτό το «για κάθε ενδεχόμενο» εμφανίστηκε άλλες δύο φορές. Τη μία, η Γεωργία Θεοδώρου μπήκε για να «αλλάξει ρούχα μετά τη βροχή», επειδή δήθεν βρισκόταν κοντά. Την άλλη, ήρθε να πάρει έναν φορτιστή που, όπως είπε, είχε ξεχάσει μετά από οικογενειακό γεύμα. Η Ζωή Ρήγα απαίτησε τότε να επιστραφούν τα κλειδιά. Η Γεωργία Θεοδώρου τα επέστρεψε, αλλά με τέτοια έκφραση, λες και δεν της αφαιρούσαν πρόσβαση σε ξένο σπίτι, παρά ένα μετάλλιο που δικαιωματικά της ανήκε.

Και τώρα οι βαλίτσες βρίσκονταν στον διάδρομο. Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν συνέχεια.

— Νικόλαε, — είπε η Ζωή Ρήγα, — δεν θα το επαναλάβω. Ή το χειρίζεσαι τώρα σαν ενήλικος άνθρωπος ή το χειρίζομαι εγώ. Αλλά τότε μην παραπονεθείς για τις συνέπειες.

Εκείνος σήκωσε το κεφάλι.

— Και ποιες είναι δηλαδή οι συνέπειες; Με απειλείς με διαζύγιο;

Δεν περίμενε να το ξεστομίσει τόσο γρήγορα. Ούτε καν σαν φόβο. Το είπε σαν νευριασμένη βολή, από εκείνες που έχουν σκοπό να κάνουν τον άλλον να οπισθοχωρήσει.

Η Ζωή Ρήγα τον κοίταξε προσεκτικά.

— Αυτό τώρα το είπες ως απειλή ή ως πρόταση;

Ο Νικόλαος Παύλου ανασήκωσε τον ώμο.

— Λέω ότι έτσι δεν χτίζεται οικογένεια.

— Οικογένεια δεν χτίζεται με κρυφές εγκαταστάσεις στο σπίτι του άλλου.

Η Γεωργία Θεοδώρου άρπαξε απότομα τη λαβή της βαλίτσας.

— Φτάνει. Δεν χρειάζεται να κάνετε παράσταση εξαιτίας μου. Φεύγω τώρα.

Ο Νικόλαος Παύλου πετάχτηκε όρθιος.

— Πού θα πας; Έχει νυχτώσει.

— Αυτό δεν είναι δική σου φροντίδα, — είπε ξερά η Ζωή Ρήγα. — Ο αδελφός της αποφάσισε πως το διαμέρισμά μου είναι εφεδρικός διάδρομος προσγείωσης. Ας σκεφτεί τώρα με το κεφάλι του.

Όμως η Γεωργία Θεοδώρου δεν έκανε βήμα. Κοιτούσε τον Νικόλαο Παύλου, και μέσα σε εκείνο το βλέμμα δεν υπήρχε προσπάθεια να βρεθεί λύση· υπήρχε απαίτηση. Απόδειξε πως είσαι με το μέρος μου. Η Ζωή Ρήγα είχε δει πολλές φορές αυτό το βλέμμα: σε γιορτινά τραπέζια, σε μηνύματα, σε μικρούς οικιακούς καβγάδες. Η αδελφή είχε συνηθίσει πως ο αδελφός της, αργά ή γρήγορα, θα στεκόταν ανάμεσα σε εκείνη και σε κάθε δυσκολία. Ακόμη κι όταν τη δυσκολία την είχε δημιουργήσει η ίδια.

Ο Νικόλαος Παύλου τράβηξε μια ανάσα και πρόφερε το όνομά της, σαν να ετοιμαζόταν να δώσει στην κουβέντα άλλο βάρος.

— Ζωή.

Ψίθυροι Ζωής