— Νικόλαε Παύλου, θα μου εξηγήσεις τώρα αμέσως τι συμβαίνει εδώ μέσα ή να καλέσω κατευθείαν την αστυνομία; — Η Ζωή Ρήγα στάθηκε στο χολ χωρίς να βγάλει το παλτό της και άφησε το βλέμμα της να περάσει από τις ξένες βαλίτσες προς τη μισάνοιχτη πόρτα του μεγάλου δωματίου.
Οι βαλίτσες ήταν δύο: μία σκούρα μπλε με ροδάκια και μία παλιά, μπορντό, με φθαρμένο χερούλι. Δίπλα τους ήταν πεταμένη μια αθλητική τσάντα, με τον ιμάντα της να κρέμεται απ’ έξω, ενώ πάνω στο μικρό κάθισμα της εισόδου είχε ήδη ακουμπηθεί μια σακούλα από κατάστημα, γεμάτη παντόφλες, οδοντόβουρτσα και βαζάκια με κρέμες. Όλο αυτό δεν έμοιαζε καθόλου με επίσκεψη μισής ώρας. Έμοιαζε με εγκατάσταση. Ή, τουλάχιστον, με μια πολύ πρόθυμη απόπειρα να παρουσιαστεί σαν κάτι που είχε ήδη αποφασιστεί.
Από το δωμάτιο ακούγονταν φωνές. Η γυναικεία ήταν σταθερή, κοφτή, με εκείνον τον τόνο που έκανε πάντα τα σαγόνια της Ζωής Ρήγα να σφίγγονται. Η αντρική ακουγόταν πιο χαμηλή, σαν να ζητούσε δικαιολογίες, μα δεν είχε μέσα της ίχνος ανησυχίας. Και ακριβώς αυτό την τρύπησε πιο βαθιά. Όχι η έκπληξη, όχι η αμηχανία, όχι η βιασύνη να δώσει εξηγήσεις από την πόρτα. Ήταν η συνηθισμένη φωνή ενός ανθρώπου που θεωρεί απολύτως φυσιολογικό αυτό που γίνεται.
Η Ζωή Ρήγα έκλεισε πίσω της την εξώπορτα λίγο πιο δυνατά απ’ όσο σκόπευε. Η κλειδαριά έκανε ένα ξερό κλικ μέσα στη σιωπή του χολ, και αμέσως ο Νικόλαος Παύλου πρόβαλε από το δωμάτιο.
— Α, ήρθες κιόλας; — είπε, λες και εκείνη δεν επέστρεφε στο ίδιο της το σπίτι, αλλά είχε εμφανιστεί απρόσμενα σε σπίτι γνωστών.

— Όπως βλέπω, καλά έκανα, — απάντησε η Ζωή Ρήγα και άφησε αργά τα κλειδιά της πάνω στο έπιπλο της εισόδου.
Ο Νικόλαος Παύλου βγήκε στον διάδρομο, έτριψε τον αυχένα του και, για κάποιον ακατανόητο λόγο, χαμογέλασε.
— Μην αρχίζεις αμέσως. Θα στα εξηγήσω όλα.
Μόνο που δεν έδειχνε καθόλου βιασύνη να εξηγήσει.
Η Ζωή Ρήγα προχώρησε και σταμάτησε στο κατώφλι του δωματίου.
Εκεί, μπροστά στην ορθάνοιχτη ντουλάπα, στεκόταν η αδελφή του, η Γεωργία Θεοδώρου. Στο ένα χέρι κρατούσε μια στοίβα μπλουζάκια και με το άλλο τακτοποιούσε το φερμουάρ ενός νεσεσέρ ταξιδιού. Πάνω στον καναπέ είχαν ήδη απλωθεί τζιν, μια ζακέτα, φορτιστής κινητού και σακούλα με ρούχα για το σπίτι. Η Γεωργία Θεοδώρου σήκωσε το κεφάλι, συνάντησε το βλέμμα της Ζωής Ρήγα και δεν έδειξε την παραμικρή αμηχανία. Μόνο ανασήκωσε ελαφρά το πιγούνι, σαν να είχε προετοιμαστεί από πριν για καβγά και είχε αποφασίσει πως δεν θα υποχωρούσε ούτε σε μία λέξη.
— Γεια, — είπε. — Δεν περιμέναμε να γυρίσεις τόσο νωρίς.
Η Ζωή Ρήγα δεν της απάντησε. Δεν κοιτούσε πια τη Γεωργία Θεοδώρου, αλλά την ανοιχτή ντουλάπα. Το άδειο ράφι όπου το ίδιο πρωί βρίσκονταν οι κουβέρτες της και ένα κουτί με εποχιακά πράγματα. Το κουτί έλειπε. Οι κουβέρτες είχαν εξαφανιστεί επίσης.
— Τα έβγαλα προσωρινά στο μπαλκόνι, — είπε γρήγορα ο Νικόλαος Παύλου, μόλις πρόσεξε πού κοιτούσε. — Δεν θα πάθουν τίποτα. Είναι στεγνά εκεί.
Η Ζωή Ρήγα γύρισε προς το μέρος του.
— Έβγαλες τα πράγματά μου στο μπαλκόνι;
— Για λίγο. Μην το κάνεις δράμα.
Αυτό το «μην το κάνεις δράμα» το έλεγε πάντα με τον ίδιο τρόπο. Σαν να μην ήταν εκείνος που περνούσε τα όρια του άλλου, αλλά εκείνη που τον κούραζε επειδή τολμούσε να το παρατηρήσει.
Η Ζωή Ρήγα έβγαλε αργά το παλτό της, το κρέμασε προσεκτικά στο γαντζάκι και επέστρεψε στο δωμάτιο. Μέσα της δεν κόχλαζε πια τίποτα. Αντίθετα, όλα είχαν μαζευτεί σε ένα ψυχρό, σφιχτό σημείο. Όταν ένας άνθρωπος θυμώνει, μπορεί να πει παραπάνω απ’ όσα πρέπει. Όταν όμως παύει να θυμώνει και αρχίζει να βλέπει καθαρά ολόκληρη την εικόνα, τότε γίνεται πραγματικά επικίνδυνος.
Ο Νικόλαος Παύλου άρχισε αμέσως να μιλά πιο γρήγορα:
— Η Γεωργία Θεοδώρου περνάει δύσκολα. Για δυο εβδομάδες μόνο, το πολύ για έναν μήνα. Δεν έχει πού να πάει αυτή τη στιγμή. Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορούσα να αφήσω την αδελφή μου στον δρόμο.
— Στον δρόμο; — επανέλαβε η Ζωή Ρήγα.
— Εντάξει, τρόπος του λέγειν.
— Και πού έμενε πριν τη φέρεις εδώ με τις βαλίτσες της;
Η Γεωργία Θεοδώρου έκλεισε απότομα το συρτάρι της συρταριέρας και απάντησε η ίδια:
— Νοίκιαζα σπίτι. Η ιδιοκτήτρια αποφάσισε να το πουλήσει και μου ζήτησε να φύγω. Παρεμπιπτόντως, Ζωή Ρήγα, εγώ δεν σου έκανα τίποτα κακό. Δεν καταλαβαίνω γιατί με κοιτάς έτσι.
Τότε η Ζωή Ρήγα την κοίταξε κατάματα.
— Επειδή απλώνεις τα πράγματά σου στο σπίτι μου χωρίς τη δική μου άδεια.
— Έλα τώρα, λες και ήρθα να σου φορτωθώ στον σβέρκο, — ξεφύσηξε η Γεωργία Θεοδώρου. — Δεν είμαι ξένη.
Ο Νικόλαος Παύλου έσπευσε να συμφωνήσει:
— Ακριβώς. Δεν είναι ξένη. Είναι η αδελφή μου.
Η Ζωή Ρήγα στράφηκε προς τον άντρα της. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς. Από το διαμέρισμα των επάνω ακούστηκε κάτι βαρύ να σέρνεται· ένα τρίξιμο πέρασε πάνω από το ταβάνι και ύστερα ησυχία.
Και τότε η Ζωή Ρήγα ρώτησε ήρεμα, χωρίς φωνές, χωρίς να σπάσει η φωνή της:
— Νικόλαε Παύλου, από πότε η αδελφή σου εγκαθίσταται στο δικό μου προγαμιαίο διαμέρισμα;
Η Γεωργία Θεοδώρου πάγωσε, κρατώντας ακόμη τη στοίβα με τα ρούχα χωρίς να την αφήνει στο ράφι.
Ο Νικόλαος Παύλου άνοιξε το στόμα, αλλά δεν έβγαλε λέξη. Η σιγουριά με την οποία είχε βγει στο χολ διαλύθηκε μπροστά στα μάτια τους. Ίσως επειδή μέσα σε αυτή τη διατύπωση δεν υπήρχε χώρος για την αγαπημένη του ασάφεια: «το κοινό μας», «είμαστε οικογένεια», «σιγά το πράγμα». Οι λέξεις στέκονταν σκληρές και ακριβείς: η αδελφή σου, το διαμέρισμά μου, προγαμιαίο.
— Ζωή, γιατί το θέτεις έτσι; — κατάφερε τελικά να πει. — Είμαστε παντρεμένοι, αν δεν το ξέχασες.
— Αυτό δεν είναι απάντηση.
— Νόμιζα πως σε μια τέτοια κατάσταση δεν χρειαζόταν ανάκριση.
— Κι εγώ νομίζω πως δεν φέρνουμε ανθρώπους να μείνουν στο σπίτι μου χωρίς τη συναίνεσή μου.
Η Γεωργία Θεοδώρου πέταξε απότομα τα ρούχα στον καναπέ.
— Αν ήξερα ότι θα με υποδεχόσουν έτσι, δεν θα ερχόμουν καθόλου.
— Να μην ερχόσουν, — συμφώνησε η Ζωή Ρήγα.
Η Γεωργία Θεοδώρου ανοιγόκλεισε τα μάτια, σαν να μην περίμενε να της απαντήσουν χωρίς το συνηθισμένο περιτύλιγμα ευγένειας.
Ο Νικόλαος Παύλου έκανε ένα βήμα μπροστά.
— Ζωή Ρήγα, ας το συζητήσουμε ήρεμα. Δεν έγινε και τίποτα τρομερό.
Εκείνη έγειρε ελάχιστα το κεφάλι στο πλάι, σαν να άκουγε μια γνώριμη φράση και προσπαθούσε να βεβαιωθεί ότι δεν την είχε παρεξηγήσει.
— Τίποτα τρομερό; Μετακίνησες τα πράγματά μου στο μπαλκόνι, δεν μου είπες κουβέντα, έφερες εδώ την αδελφή σου, η οποία ήδη στήνει τη ζωή της μέσα στο σπίτι μου, και μου λες ότι δεν έγινε τίποτα;
— Σκόπευα να σου μιλήσω το βράδυ.
— Μου μίλησες ήδη. Με τις πράξεις σου.
Η Γεωργία Θεοδώρου χαμογέλασε ειρωνικά, μα το χαμόγελο βγήκε νευρικό.
— Μα γιατί έχεις κολλήσει τόσο σε αυτά τα τετραγωνικά; Ο Νικόλαος Παύλου είναι άντρας σου, όχι νοικάρης.
Η Ζωή Ρήγα έστρεψε πάνω της το βλέμμα της.
— Άλλη μία κουβέντα για τα τετραγωνικά και η συζήτηση θα τελειώσει πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο φαντάζεσαι.
Η Γεωργία Θεοδώρου ανασήκωσε τα φρύδια.
— Με απειλείς;
— Σε προειδοποιώ.
Ο Νικόλαος Παύλου πέρασε την παλάμη του από το πρόσωπό του. Είχε εκείνη την έκφραση που έπαιρνε στα οικογενειακά τραπέζια, όταν καταλάβαινε πως έπρεπε να τους ευχαριστήσει όλους ταυτόχρονα και πως αυτό ήταν αδύνατον.
— Γεωργία, σώπα για λίγο, — είπε χαμηλόφωνα.
— Και γιατί να σωπάσω εγώ; Με έχετε βάλει λες και κάθομαι στο εδώλιο.
— Επειδή η ερώτηση δεν απευθύνεται σε εσένα, — έκοψε κοφτά η Ζωή Ρήγα. — Δεν σε κάλεσε εδώ ούτε η ντουλάπα του χολ ούτε ο καναπές του δωματίου. Ο Νικόλαος Παύλου σε έφερε. Με εκείνον λοιπόν μιλάω.
Κάθισε στην άκρη της πολυθρόνας χωρίς να βγάλει τα παπούτσια της. Την τσάντα την άφησε δίπλα της. Ήταν μια παλιά της συνήθεια: όταν μια συζήτηση γινόταν δυσάρεστη, καθόταν πρώτα. Όποιος στέκεται όρθιος ξεφεύγει πιο εύκολα. Όποιος κάθεται, κρατά περισσότερο τον έλεγχο.
— Λοιπόν. Αποφάσισες να εγκαταστήσεις εδώ τη Γεωργία Θεοδώρου. Μόνος σου. Χωρίς τηλεφώνημα, χωρίς μήνυμα, χωρίς ερώτηση. Σωστά;
— Ήξερα ότι θα αντιδρούσες, — απάντησε ο Νικόλαος Παύλου, κοιτώντας αλλού.
— Δηλαδή το έκανες εν γνώσει σου πίσω από την πλάτη μου.
— Το έκανα επειδή δεν υπήρχε χρόνος.
— Για ένα τηλεφώνημα χρειάζονταν σαράντα δευτερόλεπτα.
Δεν απάντησε.
Ξαφνικά η Γεωργία Θεοδώρου χτύπησε με την παλάμη τον μηρό της, σαν να ήθελε να σπρώξει τη συζήτηση να προχωρήσει.
— Ακούστε, αυτό καταντάει γελοίο. Δεν ήρθα εδώ για διακοπές. Έχω αληθινά προβλήματα. Ή μήπως είσαι από εκείνες τις γυναίκες που θέλουν απλώς να δείχνουν ποια κάνει κουμάντο;
— Εδώ κάνω εγώ κουμάντο, — είπε η Ζωή Ρήγα.
Το είπε χαμηλά, όμως από αυτές τις λέξεις ο αέρας σαν να πάγωσε.
Ο Νικόλαος Παύλου μπήκε αμέσως στη μέση:
— Φτάνει. Δεν θα αρχίσουμε τώρα να μετράμε δικαιώματα. Η Γεωργία Θεοδώρου θα μείνει λίγο και μετά θα βρει κάποια λύση.
Η Ζωή Ρήγα τον κοίταξε τόσο προσεκτικά, που εκείνος κατέβασε τα μάτια.
— Έχεις ήδη συζητήσει ποιο δωμάτιο θα αδειάσει;
Δεν απάντησε αμέσως. Και αυτό από μόνο του ήταν απάντηση.
— Ρώτησα: έχεις ήδη συζητήσει ποιο δωμάτιο θα αδειάσει;
— Σκέφτηκα πως η Γεωργία Θεοδώρου θα βολευόταν καλύτερα στο μεγάλο δωμάτιο. Δουλεύει από απόσταση, χρειάζεται γραφείο.
Η Ζωή Ρήγα έβγαλε αργά την ανάσα της από τη μύτη.
— Στο μεγάλο δωμάτιο είναι το δικό μου γραφείο. Οι φάκελοί μου. Ο φορητός μου υπολογιστής. Τα έγγραφά μου. Και τα πράγματά μου.
— Μπορούμε προσωρινά να τα μετακινήσουμε…
Σταμάτησε απότομα. Θυμήθηκε αργά πως η λέξη «μετακινήσουμε» σε εκείνη τη στιγμή ακουγόταν σαν καταδίκη. Όχι για τα έπιπλα, αλλά για την τάξη της ζωής της, τις συνήθειές της και το δικαίωμά της να αποφασίζει για το σπίτι της.
Η Ζωή Ρήγα σηκώθηκε.
— Ακούστε με τώρα και οι δύο πολύ προσεκτικά. Η Γεωργία Θεοδώρου δεν μένει εδώ ούτε για απόψε, ούτε για μία εβδομάδα, ούτε μέχρι «να δούμε πώς θα πάει». Εσύ, Νικόλαε Παύλου, παίρνεις τις βαλίτσες της και καλείς ταξί.
