“Τα «Δάκρυα της νύμφης» λείπουν” — είπα και ο Νίκος πάγωσε με τα χέρια υψωμένα

Απαράδεκτη ψυχρότητα, σπαρακτικά ανεύθυνη προδοσία.
Ιστορίες

— Εγώ πιστεύω πως ο διανομέας δεν θα μπορούσε να ξέρει τον συνδυασμό του χρηματοκιβωτίου. Η Χριστίνα Βενιζέλου, όμως, τον είχε δει πριν από μισό χρόνο, τότε που ετοιμαζόμασταν για τον γάμο των φίλων σου κι εγώ τον πληκτρολογούσα μπροστά της.

— Μαρία, αυτό πια αγγίζει την παράνοια, — είπε ο Νίκος Παύλου και σηκώθηκε απότομα. — Η Χριστίνα είναι αδελφή μου. Δουλεύει στον δήμο, έχει όνομα, έχει υπόληψη. Δεν έχει καμία ανάγκη τις πέτρες σου. Ο κούριερ το έκανε. Θα τον βρει η αστυνομία.

Από το χολ ακούστηκαν φωνές και βήματα. Ο Γεώργιος Παπαδημητρίου πρόβαλε το κεφάλι του στην πόρτα.

— Λοιπόν, κύριοι. Το χρηματοκιβώτιο δεν μας έδωσε τίποτα χρήσιμο. Δηλαδή, μόνο τα δικά σας αποτυπώματα και κάτι μουντζουρωμένα ίχνη, σαν από γάντια. Όποιος το άνοιξε, ήξερε τον κωδικό. Για τον διανομέα έχει ήδη σταλεί σήμα, αλλά εκείνος επιμένει πως δεν βγήκε καθόλου από την κουζίνα. Ελέγχουμε και το βίντεο από την είσοδο της πολυκατοικίας.

— Μπορούμε επιτέλους να φύγουμε; — ρώτησε ο Νίκος για πέμπτη φορά. — Μας περιμένουν στο «Βερτικάλ». Θα είναι όλη η δημοτική ηγεσία εκεί.

Ο Παπαδημητρίου έκανε μια αδιάφορη κίνηση με το χέρι.

— Πηγαίνετε. Μόνο μην κλείσετε τα κινητά σας. Κι αν το κολιέ, λέμε τώρα, “βρεθεί” ξαφνικά, με ειδοποιείτε αμέσως. Γιατί και για ψευδή κλήση υπάρχουν συνέπειες, να το ξέρετε.

Στο ταξί δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Ο Νίκος κοιτούσε επίμονα έξω από το παράθυρο και χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλά του πάνω στο γόνατό του. Εγώ κρατούσα σφιγμένο στην τσέπη μου τον μεγεθυντικό φακό. Ένα μόνο πράγμα γύριζε ασταμάτητα στο μυαλό μου: χθες η Χριστίνα άργησε υπερβολικά να διαλέξει φόρεμα. Μου έστελνε φωτογραφίες στο κινητό — τρεις διαφορετικές επιλογές, όλες με βαθύ ντεκολτέ. Και οι τρεις σκούρες μπλε. Στο χρώμα του ζαφειριού.

— Δεν έπρεπε να το ξεκινήσεις όλο αυτό, — είπε ξαφνικά ο Νίκος, όταν πλησιάζαμε πια στο επιχειρηματικό κέντρο «Βισότσκι». — Μας χάλασες τη βραδιά. Κι εκείνον τον διανομέα… τώρα θα τον τραβολογάνε από εδώ κι από εκεί. Κι αν δεν το πήρε;

— Αν δεν το πήρε, θα τον αφήσουν. Αν το πήρε, θα τιμωρηθεί. Έτσι λειτουργεί ο νόμος, Νίκο.

— Ο νόμος, — επανέλαβε εκείνος με ένα πικρό χαμόγελο. — Η ζωή δεν είναι οι καταγραφές σου στον οίκο αντικειμένων, Μαρία. Καμιά φορά πρέπει να ξέρεις και να κάνεις πως δεν βλέπεις.

Το εστιατόριο μας υποδέχτηκε με τη φασαρία μιας ακριβής γιορτής. Ποτήρια κουδούνιζαν, ο αέρας μύριζε κρίνα και βαρύ άρωμα. Στην είσοδο στεκόταν η Αθηνά Ορφανίδου, ντυμένη με ένα φόρεμα στο χρώμα του μαργαριταριού. Έδειχνε επιβλητική, σαν μεγάλο πλοίο δεμένο στο λιμάνι.

— Επιτέλους! — είπε, προσφέροντας το μάγουλό της για φιλί. — Νίκο, γιατί αργήσατε τόσο; Η Χριστίνα είναι ήδη μέσα και έχει μαγέψει τους πάντες.

Μπήκαμε στην αίθουσα. Το δυνατό φως από τους προβολείς με τύφλωσε για ένα δευτερόλεπτο. Πάνω στη σκηνή κάποιος μιλούσε για τα επιτεύγματα της εταιρείας μέσα στη χρονιά. Εγώ έψαχνα με το βλέμμα τη Χριστίνα. Την εντόπισα κοντά στον μπουφέ. Ήταν γυρισμένη με την πλάτη, φορώντας εκείνο ακριβώς το σκούρο μπλε φόρεμα. Δύο άντρες με ακριβά κοστούμια την περιστοίχιζαν. Εκείνη γελούσε, έχοντας ρίξει το κεφάλι της πίσω.

Και τότε, στον λαιμό της, κάτω από τις δέσμες των φωτιστικών, άστραψε μια μπλε σπίθα. Ψυχρή, καθαρή, με εκείνη τη μωβ ανταύγεια που έχουν μόνο οι εκλεκτές πέτρες του Κασμίρ.

Δεν προχώρησα προς το μέρος της. Σταμάτησα εκεί όπου ήμουν, νιώθοντας κάτι μέσα μου να παγώνει και να γίνεται πέτρα.

— Νίκο, — τον φώναξα χαμηλόφωνα.

— Τι πάλι; — γύρισε εκείνος και ακολούθησε το βλέμμα μου.

Δεν φώναξε. Δεν έκανε καν πως ξαφνιάστηκε. Απλώς έκλεισε αργά τα μάτια και μάζεψε το κεφάλι του ανάμεσα στους ώμους.

— Μαρία, — ψιθύρισε. — Σε παρακαλώ. Μην κάνεις τίποτα εδώ. Θα το τακτοποιήσω εγώ. Αύριο. Το πήρε μόνο για να το φορέσει, για να κάνει εντύπωση. Θα σου το επέστρεφε το πρωί.

— Δεν θα το επέστρεφε, — είπα και έβγαλα το κινητό μου. — Μπήκε στο σπίτι ξέροντας πως έλειπα. Ήξερε τον κωδικό. Το έκλεψε, Νίκο.

— Δεν είναι κλοπή! Είναι οικογένεια! — με άρπαξε από τον αγκώνα. — Αν κάνεις σκηνή τώρα, τελείωσε η καριέρα της. Η μητέρα μου δεν θα το αντέξει. Μαρία, σε ικετεύω, πες ότι το βρήκες. Πάρε εκείνον τον αστυνομικό. Τώρα!

Η Χριστίνα γύρισε. Μόλις μας είδε, όχι μόνο δεν ταράχτηκε, αλλά χαμογέλασε πλατιά, σχεδόν θριαμβευτικά, και ακούμπησε με το δάχτυλό της το κολιέ. Το μεγάλο ζαφείρι κινήθηκε απαλά στο βαθούλωμα ανάμεσα στις κλείδες της.

— Αχ, Μαρία μου! — είπε και ήρθε προς το μέρος μας, χτυπώντας ρυθμικά τα τακούνια της στο πάτωμα. — Δεν θύμωσες, έτσι; Χθες πέρασα από το σπίτι, το είδα και… ταίριαζε τόσο τέλεια με το φόρεμα! Σαν σημάδι από τον ουρανό. Εσύ έτσι κι αλλιώς δεν το φοράς ποτέ, σκονίζεται μέσα στο χρηματοκιβώτιο. Κι απόψε υπήρχε τέτοια αφορμή!

Στάθηκε πολύ κοντά μου, τυλιγμένη στη μυρωδιά ακριβού κρασιού.

— Είναι πανέμορφο, έτσι δεν είναι; — είπε, στρέφοντας το κεφάλι προς τους άντρες που την είχαν ακολουθήσει. — Οικογενειακό μας κειμήλιο.

Την κοίταξα κρατώντας ασυναίσθητα την τσέπη όπου βρισκόταν ο μεγεθυντικός φακός. Ήξερα κάθε μικροσκοπική ρωγμή αυτής της πέτρας. Ήξερα και το μικρό σημάδι στο κούμπωμα, τη χαραγή που είχα προκαλέσει κατά λάθος εγώ η ίδια πριν από τρία χρόνια.

— Βγάλ’ το, — είπα.

Η φωνή μου ήταν χαμηλή, όμως οι άντρες δίπλα μας σώπασαν. Η Χριστίνα σήκωσε ελαφρά το φρύδι.

— Μαρία, τι έπαθες; Εδώ, τώρα; Το κούμπωμα είναι σκληρό, θα το βγάλω μόνη μου στο σπίτι…

— Βγάλ’ το αυτή τη στιγμή.

Ψίθυροι Ζωής