— Νίκο Παύλου, άγγιξες το χρηματοκιβώτιο; — στεκόμουν στο χολ, κρατώντας σφιχτά στο χέρι μου το δερμάτινο κορδόνι με τον κοσμηματοποιητικό φακό.
Ο Νίκος Παύλου πάλευε να φορέσει το σακάκι του και ταυτόχρονα να κουμπώσει τα μανικετόκουμπα. Δεν μπήκε καν στον κόπο να γυρίσει.
— Μαρία, αργούμε. Η εταιρεία έχει επέτειο, επτακόσιοι καλεσμένοι, κι εγώ είμαι στην οργανωτική επιτροπή. Ποιο χρηματοκιβώτιο τώρα; Μήπως ψάχνεις πάλι τα κλειδιά του αυτοκινήτου;
Προχώρησα προς την κρεβατοκάμαρα. Η βαριά πόρτα της εντοιχισμένης ντουλάπας ήταν μισάνοιχτη, μόλις δύο δάχτυλα. Κάποιος άλλος ίσως να μην το πρόσεχε, αν δεν ήξερε από ποια γωνία έπεφτε το φως του παραθύρου. Την άνοιξα διάπλατα. Το χρηματοκιβώτιο «Aiko» με κοίταζε με την άδεια ηλεκτρονική του πρόσοψη. Πληκτρολόγησα τον κωδικό σχεδόν μηχανικά. Στο εσωτερικό, στο δεύτερο ράφι, υπήρχαν μόνο σκόνη και ένα δελτίο εγγύησης για το πλυντήριο. Η μπλε βελούδινη κασετίνα είχε εξαφανιστεί.
— Δεν είναι εδώ, — είπα βγαίνοντας στον διάδρομο. Η φωνή μου ακουγόταν επίπεδη, ψυχρή, σαν να εκτιμούσα παλιοσίδερα. — Τα «Δάκρυα της νύμφης» λείπουν.

Ο Νίκος Παύλου πάγωσε με τα χέρια υψωμένα. Ένα μανικετόκουμπο έπεσε με μεταλλικό ήχο στο παρκέ και κύλησε ως το σοβατεπί.
— Τι θα πει λείπουν; Πριν από έναν μήνα δεν τα είχες πάει για καθάρισμα; Μήπως δεν τα πήρες πίσω;
— Τα πήρα πριν από τρεις εβδομάδες. Ήταν στο βάθος, κάτω από τους φακέλους. Νίκο, στην τελευταία εκτίμηση άξιζε δώδεκα χιλιάδες ευρώ. Είναι το οικογενειακό κολιέ της γιαγιάς μου. Δεν γίνεται να εξαϋλώθηκε.
Έβγαλα το κινητό. Τα δάχτυλά μου δεν έτρεμαν· απλώς είχαν παγώσει εντελώς.
— Τι πας να κάνεις; — τότε μόνο με κοίταξε ο Νίκος Παύλου. Στα μάτια του δεν είδα φόβο για την απώλεια, αλλά εκνευρισμό επειδή χάλαγε το πρόγραμμά του.
— Καλώ το 112.
— Περίμενε! — μου άρπαξε τον καρπό. — Ποια αστυνομία τώρα; Σε σαράντα λεπτά πρέπει να είμαστε στη δεξίωση. Καταλαβαίνεις τι θα γίνει; Ερωτήσεις, καταθέσεις, πρωτόκολλα, μάρτυρες… Θα χάσουμε την ομιλία του γενικού διευθυντή. Ας γυρίσουμε πρώτα να ψάξουμε κανονικά. Μήπως το μετέφερες στην τράπεζα;
— Δεν το μετέφερα πουθενά.
Πάτησα την κλήση. Η απάντηση ήρθε ύστερα από τρεις ήχους. Η φωνή της τηλεφωνήτριας ήταν ουδέτερη, σχεδόν καθημερινή, σαν ταμία σε σούπερ μάρκετ. Έδωσα καθαρά τη διεύθυνση, το επώνυμο και το αντικείμενο της κλοπής. Στο μεταξύ, ο Νίκος Παύλου είχε πάει στο παράθυρο και πληκτρολογούσε μανιασμένα σε κάποιον.
— Μαρία, αυτό είναι τρέλα, — ψιθύρισε μόλις έκλεισα. — Ποιος θα μπορούσε να μπει; Έχουμε συναγερμό.
— Δύο άνθρωποι ήξεραν τον κωδικό. Εγώ κι εσύ.
— Τι υπονοείς;
— Τίποτα. Το πρωί ήρθε ο διανομέας με τα νερά. Εγώ ήμουν στο ντους κι εκείνος έβαζε τις φιάλες στην κουζίνα. Η πόρτα είχε μείνει ανοιχτή. Τον άκουγα που πηγαινοερχόταν.
Ο Νίκος Παύλου άφησε μια ανάσα ανακούφισης. Το πρόσωπό του χαλάρωσε αμέσως.
— Μα φυσικά! Εκείνος ο τύπος με το καπέλο. Σε είδε πού πήγες να πάρεις το πορτοφόλι σου. Μαρία, πόσο απρόσεκτη είσαι μερικές φορές. Να αφήνεις ξένο άνθρωπο μόνο του μέσα στο σπίτι…
Η αστυνομία έφτασε γρήγορα. Δύο άντρες με γκρίζες στολές, κουρασμένα πρόσωπα και μυρωδιά φτηνού καπνού. Ο υπαστυνόμος Γεώργιος Παπαδημητρίου, όπως έγραφε η ταυτότητά του, κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και έβγαλε ένα έντυπο.
— Πείτε μου από την αρχή. Τι χάθηκε και πότε το είδατε τελευταία φορά;
Άρχισα να περιγράφω με ακρίβεια: λευκός χρυσός, κεντρικό ζαφείρι σε σχήμα σταγόνας, δώδεκα μικρά διαμάντια γύρω του. Στην πίσω πλευρά του κουμπώματος υπήρχε η μοναδική σφραγίδα του τεχνίτη. Ο Γεώργιος Παπαδημητρίου σημείωνε αργά, γράμμα γράμμα.
— Λέτε για διανομέα; — σήκωσε τα μάτια. — Έχετε στοιχεία της παράδοσης;
— Ναι, στην εφαρμογή. Αριθμό αυτοκινήτου και όνομα.
Ο Νίκος Παύλου έκανε κύκλους μέσα στην κουζίνα.
— Κύριε υπαστυνόμε, καταλαβαίνετε ότι πρέπει να φύγουμε. Είναι σημαντική εκδήλωση. Η Μαρία Σταματιάδη θα υπογράψει ό,τι χρειάζεται. Εγώ μπορώ να πηγαίνω;
— Κανείς δεν πηγαίνει πουθενά, — είπε ο Γεώργιος Παπαδημητρίου χωρίς καν να τον κοιτάξει. — Σε λίγο έρχεται η σήμανση, θα πάρουμε αποτυπώματα από το χρηματοκιβώτιο. Κι εσείς, κύριε Παύλου, θα μείνετε εδώ. Δεν κατοικείτε κι εσείς στο διαμέρισμα;
Μία ώρα αργότερα το σπίτι θύμιζε σκηνικό φτηνής αστυνομικής σειράς. Στην κρεβατοκάμαρα ένας τεχνικός δούλευε με πινέλο και τα πάντα είχαν καλυφθεί από γκρίζα σκόνη. Εγώ καθόμουν στον καναπέ και γύριζα στα δάχτυλά μου τον φακό. Παλιό μου συνήθειο: όταν έχανα την ψυχραιμία μου, παρατηρούσα υφές. Το δέρμα του καναπέ, κάτω από δεκαπλάσια μεγέθυνση, έμοιαζε με σεληνιακό τοπίο.
— Μαρία, τηλεφώνησε η Χριστίνα Βενιζέλου, — ο Νίκος Παύλου κάθισε δίπλα μου και χαμήλωσε τη φωνή. — Ρωτάει πού είμαστε. Ανησυχεί και η μητέρα μου. Μπορείς να τους πεις ότι θα καθυστερήσουμε; Μη μιλήσεις για την κλοπή. Η Αθηνά Ορφανίδου δεν πρέπει να ταράζεται, έχει πίεση.
Τον κοίταξα. Τίναζε προσεκτικά από το μανίκι του σακακιού μια αόρατη κλωστή.
— Η αδελφή σου πέρασε χθες από εδώ όσο έλειπα; — ρώτησα.
Ο Νίκος Παύλου έμεινε ακίνητος για μια στιγμή.
— Πέρασε. Είχε ξεχάσει τον φορτιστή της, της άνοιξα εγώ. Έμεινε πέντε λεπτά και έφυγε. Δεν πιστεύεις στ’ αλήθεια κάτι τέτοιο, έτσι;
