“Είμαστε η οικογένεια της Δήμητρας Μακρή” είπε ο νεαρός, αφήνοντας τον Γιάννη ακίνητο στο κατώφλι με τα κλειδιά ακόμη σφιγμένα στο χέρι

Σπαρακτική σιωπή, απαράδεκτη προδοσία εμπιστοσύνης.
Ιστορίες

Η Αρτέμις κούνησε αργά το κεφάλι.

— Όχι μόνο γι’ αυτό. Είχαν μαζευτεί πολλά, και το ρολόι ήταν απλώς η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η Δήμητρα ήταν πάντοτε περήφανη, άνθρωπος με αρχές. Κι εκείνη τη μέρα την κατηγόρησαν μέσα στο ίδιο της το σπίτι πως έκλεψε. Και κανείς δεν στάθηκε δίπλα της…

Εκείνη τη στιγμή επέστρεψαν από το μπαλκόνι η Δήμητρα και ο Σπυρίδων. Από τις εκφράσεις τους φαινόταν καθαρά ότι η συζήτησή τους δεν είχε υπάρξει εύκολη. Κι όμως, κάτι από την παλιά ένταση ανάμεσά τους έμοιαζε να έχει σβήσει.

— Το φαγητό είναι σχεδόν έτοιμο, — είπε η Αρτέμις, γυρίζοντας πάλι προς την κουζίνα.

Η Δήμητρα πλησίασε τον Γιάννη Νικολαΐδη και του μίλησε χαμηλόφωνα:

— Πρέπει να σου μιλήσω. Μόνοι μας.

Λίγο αργότερα, καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού, έπαιζε νευρικά με την άκρη της κουβέρτας.

— Χθες δεν σου είπα όλη την αλήθεια, — άρχισε. — Δεν ήταν μόνο το ρολόι. Ούτε μόνο η σύγκρουση με τη Ρέα Λαζαρίδη.

Ο Γιάννης δεν την διέκοψε. Μέσα σε δύο μέρες είχε μάθει για τη γυναίκα του περισσότερα απ’ όσα είχε μάθει σε πέντε χρόνια γάμου. Και, όσο κι αν τον τρόμαζε, ήταν έτοιμος να ακούσει κι άλλα.

— Θυμάσαι που σου είχα πει ότι πριν έρθω στην Αθήνα ζούσα στα Ιωάννινα και δούλευα σε ταξιδιωτικό γραφείο;

— Ναι.

— Υπήρχε όμως και κάτι ακόμη… Ήμουν αρραβωνιασμένη. Τον έλεγαν Κώστα Νικολόπουλο. Ετοιμαζόμασταν να παντρευτούμε.

Ο Γιάννης ένιωσε κάτι να σφίγγεται μέσα του.

— Και μετά;

— Τη μέρα που με κατηγόρησαν για το ρολόι, πήγα σ’ εκείνον. Ήθελα να ακουμπήσω κάπου, να βρω έναν άνθρωπο που θα με πίστευε. Αλλά… αμφέβαλε κι εκείνος. Μου είπε πως «όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά» και πως ίσως θα ήταν καλύτερα να επιστρέψω το ρολόι και να ζητήσω συγγνώμη.

Ένα πικρό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.

— Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν είχα απολύτως κανέναν. Η οικογένειά μου είχε γυρίσει την πλάτη, κι ο άνθρωπος που ορκιζόταν ότι μ’ αγαπούσε δεν με εμπιστευόταν. Έλυσα τον αρραβώνα, μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα. Πρώτα πήγα στην Καβάλα, ύστερα στην Αθήνα. Άλλαξα αριθμό τηλεφώνου, έκλεισα όλους τους λογαριασμούς μου στα κοινωνικά δίκτυα. Ήθελα να αρχίσω από την αρχή, σαν να μην υπήρχε τίποτε πριν.

— Γιατί δεν μου το είπες ποτέ;

— Φοβόμουν, — απάντησε απλά η Δήμητρα. — Φοβόμουν πως, αν άνοιγα την πόρτα στο παρελθόν, θα με τραβούσε πάλι μέσα του. Ήταν πιο εύκολο να πω πως δεν έχω κανέναν. Κι ακόμη… — σήκωσε τα μάτια της πάνω του, — δεν ήθελα να μάθεις ότι μπορώ να κόψω τόσο απότομα δεσμούς με ανθρώπους δικούς μου. Μήπως σκεφτόσουν πως μια μέρα θα μπορούσα να φύγω έτσι και από σένα.

Ο Γιάννης κάθισε πιο κοντά της και της έπιασε το χέρι.

— Δήμητρα, ζούμε μαζί πέντε χρόνια. Ξέρω ποια είσαι. Είσαι πιστή, αληθινή, σταθερή όταν αγαπάς. Όλοι κουβαλάμε παρελθόν. Εγώ παντρεύτηκα εσένα, όχι τις πληγές σου.

Το δείπνο κύλησε με μια ζεστασιά που κανείς δεν περίμενε. Η αρχική αμηχανία υποχώρησε σιγά σιγά, και γύρω από το τραπέζι ακούστηκαν ακόμη και γέλια, κυρίως όταν η Αρτέμις άρχισε να θυμάται αστείες ιστορίες από τα παιδικά τους χρόνια.

— Θυμάσαι που προσπαθούσες να μάθεις στον Σπυρίδων να κάνει ποδήλατο και εκείνος έπεσε κατευθείαν στο παρτέρι της γειτόνισσας, της Κυριακής Καραμανλή; — είπε γελώντας στη Δήμητρα. — Τον κυνηγούσε με το σκαλιστήρι σε όλη τη γειτονιά!

— Λογικό ήταν, — μουρμούρισε ο Σπυρίδων χαμογελώντας. — Της είχα καταστρέψει τα αγαπημένα της τριαντάφυλλα.

— Εγώ πάντως τότε παραλίγο να ασπρίσω από τον φόβο μου για σένα, — είπε η Δήμητρα, και ο Γιάννης πρόσεξε με έκπληξη πόσο γλύκαινε το πρόσωπό της όταν μιλούσε για εκείνα τα χρόνια.

Μετά το φαγητό, όταν τα πιάτα είχαν μαζευτεί και το τσάι είχε σερβιριστεί, ο Θεόδωρος Θεοδώρου καθάρισε τον λαιμό του.

— Δήμητρα, πρέπει να σου ομολογήσω κάτι. Έχει να κάνει με εκείνο το ρολόι…

Η ατμόσφαιρα άλλαξε απότομα. Κανείς δεν μίλησε.

— Το βρήκα, — συνέχισε ο πατριός της. — Έξι μήνες αφότου έφυγες. Ήταν μέσα στη μπιζουτιέρα της Ρέας Λαζαρίδη. Εκείνη ισχυρίστηκε πως δήθεν ήθελε να το πάει για επισκευή, αλλά… — κούνησε βαριά το κεφάλι. — Τότε κατάλαβα ότι μας έλεγε ψέματα από την αρχή. Τσακωθήκαμε άσχημα και κατέθεσα αίτηση διαζυγίου.

— Και γιατί δεν με βρήκες τότε; — ρώτησε η Δήμητρα σιγανά. — Γιατί δεν μου είπες την αλήθεια;

— Προσπάθησα! — αντέδρασε έντονα ο Θεόδωρος Θεοδώρου. — Τηλεφώνησα σε όλους τους αριθμούς που ήξερα, πήγα στην Καβάλα, όπου είχα μάθει ότι είχες φύγει στην αρχή, ρώτησα κοινούς γνωστούς… Μα ήταν σαν να είχες εξαφανιστεί. Ύστερα έμαθα πως είχες αλλάξει επώνυμο, και τότε χάθηκε κάθε ίχνος.

— Από Δήμητρα Ροσχίνα έγινα Δήμητρα Μακρή, — είπε εκείνη. — Πήρα το επώνυμο της γιαγιάς μου από τη μητέρα μου.

— Μόνο όταν πέθανε η γιαγιά Χρυσούλα Σταματιάδη και αρχίσαμε να τακτοποιούμε τα χαρτιά της, βρήκαμε κάποια στοιχεία, — πρόσθεσε ο Σπυρίδων. — Όλα αυτά τα χρόνια κρατούσε επαφή μαζί σου, έτσι δεν είναι;

Η Δήμητρα έγνεψε καταφατικά.

— Ναι. Ανταλλάσσαμε πού και πού γράμματα. Κανονικά γράμματα, με ταχυδρομείο, σαν να ζούσαμε σε άλλη εποχή. Εκείνη ήταν η μόνη που ήξερε τη διεύθυνσή μου στην Αθήνα.

— Στο κουτί της βρήκαμε τα γράμματά σου και τη διεύθυνση πάνω στον φάκελο, — συμπλήρωσε η Αρτέμις. — Έτσι σε εντοπίσαμε.

Ο Γιάννης άκουγε σιωπηλός, συγκλονισμένος από το πόσα είχαν κρυφτεί πίσω από την ήρεμη, τακτοποιημένη ζωή της γυναίκας του. Δέκα χρόνια πόνου, θυμού και μισών αληθειών έβγαιναν τώρα στην επιφάνεια.

— Λυπάμαι βαθιά για όσα έγιναν τότε με το ρολόι, — είπε ο Θεόδωρος Θεοδώρου. — Αν δεν είχα τυφλωθεί τόσο…

— Δεν ήταν το ρολόι, — τον έκοψε η Δήμητρα. — Ήταν η εμπιστοσύνη. Δεν με πιστέψατε. Κανείς σας.

— Ήμουν παιδί, — ψιθύρισε η Αρτέμις. — Αλλά ακόμη κι έτσι, έπρεπε να είχα σταθεί με το μέρος σου.

— Κι εγώ ήμουν ένας ανόητος.

Ψίθυροι Ζωής