— Όλη την αλήθεια, Δήμητρα. Έχω δικαίωμα να μάθω.
Το επόμενο πρωινό ξημέρωσε βαρύ, σαν να είχε απλωθεί μέσα στο σπίτι μια σιωπηλή καταιγίδα. Η Αρτέμις Ορφανίδη ετοίμαζε πρωινό στην κουζίνα, ο Σπυρίδων Καρακόστας είχε σκύψει πάνω από το κινητό του και διάβαζε ειδήσεις, ενώ ο Θεόδωρος Θεοδώρου μιλούσε χαμηλόφωνα στο τηλέφωνο, όρθιος στον διάδρομο. Η Δήμητρα Μακρή έπινε τον καφέ της χωρίς να βγάζει λέξη. Ο Γιάννης Νικολαΐδης, από την άλλη, παρατηρούσε τους πάντες διακριτικά.
Μετά τη συζήτηση της προηγούμενης νύχτας με τη γυναίκα του, ένιωθε σαν να είχε βρεθεί ξαφνικά μέσα σε μια ξένη ιστορία, σε μια ζωή που ως τότε δεν του ανήκε. Όσα του είχε αποκαλύψει η Δήμητρα έμοιαζαν μισά, μπερδεμένα, γεμάτα κενά. Η σύγκρουση με τη μητριά, το χαμένο οικογενειακό ρολόι, οι κατηγορίες… όλα αυτά ακούγονταν περισσότερο σαν αφορμή παρά σαν η πραγματική αιτία για μια τόσο απόλυτη ρήξη.
— Γιάννη, μπορείς να έρθεις λίγο; — τον ρώτησε η Αρτέμις, δείχνοντάς του με ένα νεύμα το μπαλκόνι.
Μόλις βρέθηκαν μόνοι, έβγαλε από την τσέπη της ένα μικρό, φθαρμένο άλμπουμ φωτογραφιών, τόσο μικρό που χωρούσε σχεδόν στην παλάμη.
— Είναι φωτογραφίες της Δήμητρας από τότε που ήταν παιδί. Τις κουβαλούσα πάντα μαζί μου. Ήλπιζα πως κάποια μέρα θα την ξαναέβλεπα και θα της τις έδινα.
Ο Γιάννης πήρε το άλμπουμ με προσοχή. Στην πρώτη σελίδα φαινόταν ένα κοριτσάκι γύρω στα πέντε, χαμογελαστό, με δύο κοτσιδάκια. Η ομοιότητα με τη Δήμητρα ήταν τόσο έντονη, που δεν άφηνε περιθώριο αμφιβολίας.
— Η Δήμητρα ήταν η μεγαλύτερη από όλους μας, — είπε σιγανά η Αρτέμις. — Όταν πέθανε η μητέρα μας, εκείνη ήταν δεκαοχτώ χρονών, εγώ δεκατριών και ο Σπυρίδων δεκαέξι. Όσο ο Θεόδωρος Θεοδώρου έλειπε στη δουλειά, εκείνη μας φρόντιζε. Ήταν σαν να έγινε ξαφνικά μητέρα μας. Ύστερα εμφανίστηκε η Ρέα Λαζαρίδη…
— Η καινούργια γυναίκα του πατριού σας, — είπε ο Γιάννης, θυμούμενος όσα του είχε διηγηθεί η Δήμητρα.
— Ναι. Από την πρώτη στιγμή δεν τη χώνεψε. Έλεγε πως η Δήμητρα έκανε κουμάντο σε όλους, ενώ στην πραγματικότητα είχε απλώς συνηθίσει να κρατά το σπίτι όρθιο. Σιγά σιγά η κατάσταση χειροτέρευε. Και μετά έγινε εκείνη η ιστορία με το ρολόι.
— Της γιαγιάς σας;
— Ναι. Ήταν παλιό, οικογενειακό κειμήλιο. Κάποια μέρα εξαφανίστηκε και η Ρέα κατηγόρησε τη Δήμητρα. Ισχυρίστηκε πως λίγο πριν χαθεί την είχε δει να το περιεργάζεται.
Ο Γιάννης γύρισε την επόμενη σελίδα. Εκεί ήταν η Δήμητρα στην εφηβεία της, με μια κιθάρα στα χέρια. Δίπλα της η Αρτέμις και ο Σπυρίδων, σχεδόν παιδιά ακόμη.
— Και μετά; Τι έγινε;
Η Αρτέμις τον κοίταξε για αρκετή ώρα, σαν να ζύγιζε κάθε λέξη πριν τη βγάλει από το στόμα της.
— Μετά ο Σπυρίδων πήρε το μέρος της Ρέας. Είπε πως κι εκείνος είχε δει τη Δήμητρα εκείνη τη μέρα να κρατά το ρολόι. Κι εγώ… εγώ δεν μίλησα. Φοβήθηκα.
— Είναι αλήθεια ότι με έψαχνες όλα αυτά τα χρόνια; — Η Δήμητρα στεκόταν απέναντι από τον Σπυρίδωνα στον διάδρομο.
Το πρωινό είχε τελειώσει. Ο Γιάννης είχε φύγει για τη δουλειά, ενώ ο Θεόδωρος Θεοδώρου και η Αρτέμις είχαν πάει σε νομικό γραφείο για την υπόθεση της κληρονομιάς. Έτσι, τα δύο αδέλφια είχαν μείνει μόνα.
— Ναι, — απάντησε κοφτά ο Σπυρίδων, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του.
— Για ποιον λόγο; Για την κληρονομιά;
— Όχι μόνο γι’ αυτό, — είπε και επιτέλους την κοίταξε. — Ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη. Έπρεπε να το έχω κάνει πριν από δέκα χρόνια, αλλά δεν με άφησε η περηφάνια μου.
Η Δήμητρα σταύρωσε τα χέρια στο στήθος.
— Συγγνώμη για ποιο πράγμα ακριβώς;
— Για το ψέμα που είπα τότε, μπροστά σε όλους, στο οικογενειακό συμβούλιο. Δεν σε είδα ποτέ να παίρνεις το ρολόι. Δεν είδα τίποτα. Η Ρέα όμως… ήξερε να πείθει.
— Δηλαδή πίστεψες εκείνη κι όχι εμένα;
Ο Σπυρίδων άφησε έναν βαρύ αναστεναγμό.
— Ήμουν είκοσι πέντε χρονών και είχα χάσει το μυαλό μου μαζί της. Ναι, ήταν γυναίκα του πατέρα μας, αλλά ήταν μόνο πέντε χρόνια μεγαλύτερή μου. Με χειριζόταν.
Η Δήμητρα τον κοιτούσε με τα μάτια ορθάνοιχτα.
— Εσύ και η Ρέα;..
— Δεν έγινε τίποτα, αλλά εγώ το ήλπιζα, — είπε με ένα πικρό χαμόγελο. — Ήμουν ανόητος. Μου υποσχέθηκε πως, αν τη στήριζα εναντίον σου, θα έπειθε τον πατέρα να με αφήσει να πάω στη Θεσσαλονίκη για σπουδές. Την πίστεψα σαν τελευταίος βλάκας.
— Και τον έπεισε;
— Φυσικά και όχι. Μόλις έφυγες, πήρε αυτό που ήθελε. Έγινε η κυρία του σπιτιού. Άρχισε να στρέφει τον πατέρα εναντίον μου και εναντίον της Αρτέμις. Έναν χρόνο αργότερα τη χώρισε, αλλά ήταν ήδη αργά. Εσύ είχες χαθεί από τη ζωή μας.
Το ίδιο απόγευμα ο Γιάννης γύρισε από τη δουλειά νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Η ξαφνική εμφάνιση των συγγενών της γυναίκας του δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί σε τίποτα. Ήθελε να καταλάβει καλύτερα αυτή την μπερδεμένη οικογενειακή ιστορία.
Το διαμέρισμα ήταν ήσυχο. Στο σαλόνι ο Θεόδωρος Θεοδώρου είχε αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα. Από την κουζίνα ακουγόταν η Αρτέμις, που μαγείρευε κάτι σιγοτραγουδώντας. Η Δήμητρα και ο Σπυρίδων δεν φαίνονταν πουθενά.
— Είναι στο μπαλκόνι, — είπε η Αρτέμις, λες και διάβασε τη σκέψη του. — Μιλάνε πάνω από μία ώρα.
Ο Γιάννης έγνεψε και μπήκε στην κουζίνα.
— Να βοηθήσω με το φαγητό;
— Βεβαίως, — χαμογέλασε εκείνη. — Κόψε τα λαχανικά για τη σαλάτα.
Για λίγα λεπτά δούλευαν δίπλα δίπλα χωρίς να μιλούν. Τελικά ο Γιάννης δεν άντεξε.
— Αρτέμις, τι συνέβη πραγματικά στην οικογένειά σας; Η Δήμητρα λέει τη μία εκδοχή, ο Σπυρίδων μια άλλη. Πού βρίσκεται η αλήθεια;
Η Αρτέμις άφησε την κατσαρόλα στην άκρη και στράφηκε προς το μέρος του.
— Η αλήθεια είναι πως φταίξαμε όλοι. Ο καθένας με τον τρόπο του. Εγώ ήμουν έφηβη, αλλά ακόμη και τότε καταλάβαινα πως η Ρέα έλεγε ψέματα για το ρολόι. Την είχα δει να ψαχουλεύει το κουτί της γιαγιάς. Δεν τόλμησα όμως να μιλήσω. Με απειλούσε πως θα με στείλει σε οικοτροφείο αν δεν μάθαινα να «κάθομαι ήσυχη».
— Και ο Θεόδωρος Θεοδώρου; Δεν αντιλαμβανόταν τίποτα;
— Ήταν τυφλωμένος από εκείνη, — απάντησε λυπημένα η Αρτέμις. — Μια όμορφη, νεαρή γυναίκα του έδειξε ενδιαφέρον και έχασε το μυαλό του. Πίστεψε εκείνη αντί για τα ίδια του τα παιδιά. Αλλά ξέρεις κάτι; Από όλους μας, εκείνος υπέφερε περισσότερο μετά τη φυγή της Δήμητρας. Την έψαχνε για χρόνια.
— Και όλα αυτά έγιναν για ένα παλιό ρολόι;
