Και υπάρχει κι ένα ακόμη χαρτί που αξίζει να το κοιτάξεις. Η κίνηση του λογαριασμού. Ρίξε μια ματιά στα εμβάσματα.
— Έψαχνες τα πράγματά μου;
— Όχι. Έψαχνα τη δική μου ζωή. Και, όπως αποδείχθηκε, είχε πολλά κρυμμένα κεφάλαια.
— Ιωάννα Διαμαντοπούλου, έχεις καμία αίσθηση ορίων;
— Ορίων; Όρια είναι να στέλνει ένας άντρας χρήματα στη μάνα του — άντε, να πεις για φάρμακα — κι εκείνη να τα δίνει στην πρώην γυναίκα του για διατροφή ενός παιδιού, για την ύπαρξη του οποίου μου λέγατε ψέματα τρία ολόκληρα χρόνια;
Η Ευδοκία Σαββίδη χλόμιασε απότομα, λες και κάποιος τράβηξε το ρεύμα από μέσα της.
— Κώστα… — ψιθύρισε βραχνά.
Εκείνος έβρισε μέσα από τα δόντια του.
— Από πού το…
— Τυχαία, Κώστα Διαμαντόπουλε. Ο κόσμος είναι μικρός. Ιδίως όταν δουλεύεις στη γραμματεία ενός πολυϊατρείου και εμφανίζεται μπροστά σου μια γυναίκα με παιδί για μια βεβαίωση, βλέπει μετά τη φωτογραφία σου στην οθόνη του κινητού μου και λέει: «Α, αυτός δεν είναι ο πατέρας του Γιώργου Λάμπρου; Άρα τα ξαναβρήκατε;»
Κανείς δεν έβγαλε λέξη.
Κάθισα σε μια καρέκλα, γιατί τα πόδια μου ξαφνικά δεν με κρατούσαν. Παρ’ όλα αυτά συνέχισα, πιο χαμηλόφωνα πια:
— Στην αρχή νόμιζα ότι η γυναίκα παραληρούσε. Ύστερα κοίταξα τις μεταφορές χρημάτων. Μετά βρήκα παλιά μηνύματα στο λάπτοπ σου. Και τότε κατάλαβα γιατί η μητέρα σου πάθαινε κάθε μήνα δήθεν «πίεση». Δεν ήταν πίεση. Μάλλον η συνείδησή της έκανε πού και πού πως ξυπνούσε.
— Μην τολμάς, — σύριξε η Ευδοκία Σαββίδη. — Μην τολμήσεις να με μπλέξεις σε αυτό. Εγώ δεν μπορούσα να εγκαταλείψω το εγγόνι μου!
— Τότε έπρεπε να μιλήσετε. Με το στόμα. Σαν άνθρωποι. Όχι να με έχετε για ανόητη με μισθοδοτικό λογαριασμό.
— Σκόπευα να σου το πω, — είπε ο Κώστας.
— Πότε ακριβώς; Όταν θα άρχιζα από μόνη μου να πληρώνω και τα ιδιαίτερά του;
— Μη διαστρεβλώνεις τα πράγματα.
— Εγώ τα διαστρεβλώνω; Τρία χρόνια μου έλεγες πως με την πρώην σου όλα είχαν τελειώσει. Πως δεν υπήρχαν παιδιά. Πως είχες κουραστεί από τους εκβιασμούς της. Κι εσύ απλώς μου έκρυβες μια ολόκληρη ζωή.
— Δεν την έκρυβα. Έψαχνα την κατάλληλη στιγμή.
— Όχι. Υπολόγιζες πόσο ακόμη μπορούσες να πατάς πάνω μου.
Κάθισε πάλι. Βαρύς, απότομα, σαν να του κόπηκαν τα πόδια. Μέσα σε μια στιγμή έφυγε από πάνω του όλη η έπαρση και έμεινε μόνο ένας τσαλακωμένος αντρικός θυμός, από εκείνους που δεν ξέρουν πια πού να ξεσπάσουν.
— Δεν καταλαβαίνεις, — είπε. — Εκεί τα πράγματα είναι περίπλοκα.
— Φυσικά. Η πιο παλιά αντρική ιστορία: «είναι περίπλοκο». Εδώ όμως ήταν όλα απλά; Εδώ μπορούσες να λες ψέματα, να παίρνεις χρήματα, να φωνάζεις, να με βγάζεις ένοχη και στο τέλος να ζητάς και κρέμα γάλακτος;
Η Ευδοκία Σαββίδη τινάχτηκε ξαφνικά:
— Και τι νόμιζες; Η οικογένεια δεν είναι καρδούλες και ρομάντζα. Οικογένεια σημαίνει να αντέχεις.
— Ποιος να αντέχει; — γύρισα προς το μέρος της. — Εγώ; Ή βολευτήκατε όλοι έτσι ώστε να αντέχω μόνο εγώ;
— Αν είχες γεννήσει παιδιά, θα είχες γίνει πιο μυαλωμένη.
— Δεν γέννησα, γιατί όλο αυτόν τον καιρό κουβαλούσα δύο ενήλικες και ένα ξένο μυστικό.
Ο Κώστας σήκωσε το κεφάλι.
— Μην τολμήσεις να μιλάς έτσι για τον γιο μου.
— Ποιος τον έκανε «έτσι»; Εγώ ούτε καν τον έχω δει. Δεν μιλάω για το παιδί. Για σένα μιλάω.
Σιώπησε για λίγο και ύστερα ρώτησε πνιχτά:
— Και τώρα τι γίνεται;
— Τώρα; Τώρα θα εξηγήσεις μόνος σου γιατί έλεγες ψέματα. Θα μιλήσεις εσύ με την τράπεζα για το δάνειο. Θα βοηθάς τον γιο σου κανονικά, όχι μέσα από τις παραστάσεις της μητέρας σου. Και η μητέρα σου, από σήμερα, δεν θα ξαναέχει πρόσβαση σε τίποτα δικό μου.
