— Όταν εξαφανίζεσαι τα Σαββατοκύριακα με την παρέα σου, ξαφνικά είναι δικά σου λεφτά. Όταν ζητάει η μητέρα σου, πάλι γίνονται «δικά μας». Κι όταν εγώ χρειάζομαι οδοντίατρο, μου λες να κάνω υπομονή μέχρι τον επόμενο μήνα.
— Επειδή πάντα διαλέγεις την ώρα που είμαστε στριμωγμένοι! — ξέσπασε ο Κώστας.
— Όχι, Κώστα. Εμείς δεν είμαστε απλώς στριμωγμένοι. Το στρίμωγμα έχει γίνει μόνιμος συγκάτοικός μας. Μόνο που εσύ το έχεις συνηθίσει τόσο, που δεν το βλέπεις πια.
Η Ευδοκία Σαββίδη ρούφηξε τη μύτη της δυνατά, θεατρικά, με την άνεση ανθρώπου που το είχε ξαναπαίξει πολλές φορές αυτό το έργο.
— Θεέ μου, τι ακούω… Εγώ για εσάς τα δίνω όλα… Τη σύνταξή μου στα τρόφιμα τη χαλάω…
— Η σύνταξή σας είναι διακόσια είκοσι ευρώ, — της είπα. — Και μένετε σε δικό σας σπίτι. Παρ’ όλα αυτά, τα ψώνια, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, τα πληρώνω εγώ.
— Είσαι γυναίκα του! — βρόντηξε ο Κώστας. — Το ξέχασες κι αυτό;
— Η γυναίκα δεν είναι μηχάνημα ανάληψης με κατσαρόλα.
— Α, μάλιστα. Πάλι διάβασες τους ψυχολόγους σου στο ίντερνετ.
— Όχι. Απλώς μια μέρα άνοιξα την εφαρμογή της τράπεζας και κατάλαβα πόσο ακριβά μου κοστίζει αυτή η περίφημη «οικογένειά» σας.
Σηκώθηκε απότομα. Η καρέκλα σύρθηκε πάνω στο λινόλεουμ και έβγαλε έναν ξερό, ενοχλητικό ήχο.
— Τι ακριβώς προσπαθείς να πεις τώρα;
— Ότι δεν σκοπεύω πια να μπαλώνω τις τρύπες σας.
— Τις δικές μας;
— Τις δικές σας.
Η Ευδοκία δεν έκλαιγε πια. Ίσιωσε την πλάτη της και με κοίταξε αλλιώς. Σκληρά. Χωρίς γλυκόλογα, χωρίς άρωμα, χωρίς τη μάσκα της αδικημένης. Έτσι κοιτάζουν κάποιον όταν καταλαβαίνουν πως έπαψε να είναι βολικός.
— Κώστα, — είπε χαμηλόφωνα, — σου το έλεγα. Της έδωσες πολύ αέρα. Η γυναίκα πρέπει να ξέρει τη θέση της.
— Εσείς τη δική σας την ξέρετε; — ρώτησα. — Είναι ανάμεσα στην κάρτα μου και στο ψυγείο μου;
— Ιωάννα, βούλωσ’ το, — είπε ο άντρας μου με υπερβολική ηρεμία. Κι αυτό ήταν χειρότερο από φωνές.
— Όχι. Σήμερα δεν θα σωπάσω.
— Τότε άκου καλά. Ή μεταφέρεις τώρα τα χρήματα ή αύριο μαζεύεις τα πράγματά σου και φεύγεις. Το κατάλαβες;
Τον κοίταξα και ξαφνικά μου ήρθε μια παράξενη διαπίστωση: δεν με απειλούσε. Παζάρευε. Σαν άνθρωπος μαθημένος να πατάει πάντα το ίδιο κουμπί, χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι το κουμπί είχε ξεκολλήσει.
— Ξαναπές το, — του είπα.
— Μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε.
— Πες το και μπροστά στη μαμά σου.
— Με μεγάλη μου χαρά. Μάζεψε τα πράγματά σου και ξεκουμπίσου από το διαμέρισμά μου.
— Από το δικό σου; — μου ξέφυγε ένα μικρό, πικρό γέλιο. — Σοβαρά τώρα;
Το μάγουλό του συσπάστηκε.
— Και τίνος είναι δηλαδή;
— Εκείνο για το οποίο έδωσα την προκαταβολή με τα χρήματα από την πώληση του δωματίου της γιαγιάς μου; Εκείνο που το στεγαστικό είναι γραμμένο και στους δυο μας; Ή μήπως εκείνο όπου η μητέρα σου κυκλοφορεί τρία χρόνια με δεύτερο κλειδί και με ξένα πορτοφόλια;
— Μην αλλάζεις θέμα.
— Δεν αλλάζω θέμα. Διεύθυνση σου δείχνω.
Πήγα στο δωμάτιο, άνοιξα την ντουλάπα και έβγαλα τον φάκελο με τα χαρτιά. Γύρισα στην κουζίνα και τον άφησα πάνω στο τραπέζι.
— Διάβασε δυνατά, — είπα.
— Τι παράσταση στήνεις τώρα;
— Διάβασε.
Η Ευδοκία άπλωσε το χέρι πιο γρήγορα από εκείνον προς τον φάκελο, αλλά εγώ τον σκέπασα με την παλάμη μου.
— Εσάς δεν σας κάλεσε κανείς.
Ο Κώστας άνοιξε τα έγγραφα με νευρικές κινήσεις.
— Και λοιπόν; — είπε. — Τι βλέπουμε εδώ;
— Πιο κάτω.
Τα μάτια του έτρεξαν στις γραμμές και ύστερα πάγωσε.
— Τι γράφει; — ρώτησε η πεθερά μου.
— Τίποτα, — απάντησε εκείνος υπερβολικά γρήγορα.
— Διάβασέ το, — επανέλαβα. — Το σημείο για τα ποσοστά ιδιοκτησίας.
Δεν διάβασε. Έμεινε όρθιος, τσαλακώνοντας την άκρη του χαρτιού ανάμεσα στα δάχτυλά του.
— Θα το διαβάσω εγώ, — είπα. — Το ένα δεύτερο ανήκει σε μένα.
