— Πού τριγυρνάς τόση ώρα, Ιωάννα Διαμαντοπούλου; — η φωνή του Κώστα Διαμαντόπουλου ακουγόταν λες και δεν επέστρεφα από τη δουλειά στριμωγμένη σε ένα ασφυκτικά γεμάτο λεωφορείο, αλλά είχα χάσει το σπίτι μας στα χαρτιά. — Πριν από μισή ώρα σου είπα να περάσεις από την τράπεζα και να στείλεις χρήματα στη μάνα μου.
— Είμαι όρθια δώδεκα ώρες, — του απάντησα, κρατώντας με τον ώμο τη σακούλα με το κοτόπουλο, το ψωμί και τη σκόνη πλυντηρίου. — Η τράπεζα έχει κλείσει. Στο έγραψα ήδη από το μεσημέρι.
— Τότε ας το σκεφτόσουν νωρίτερα. Η γυναίκα έχει πίεση, χρειάζεται φάρμακα, κι εσύ, όπως πάντα, κοιτάς μόνο τον εαυτό σου.
— Η πίεση της μητέρας σου, Κώστα, ανεβαίνει με αξιοθαύμαστη ακρίβεια την ημέρα που πληρώνομαι. Δεν το έχεις προσέξει;
Στην άλλη άκρη της γραμμής απλώθηκε μια μικρή, κοφτερή σιωπή.

— Μην αρχίζεις, — είπε μέσα από τα δόντια του. — Θα τα πούμε στο σπίτι. Και πάρε ξινή κρέμα. Κανονική, όχι εκείνο το νεροζούμι των σαράντα λεπτών.
— Έχω ήδη φύγει από το μαγαζί.
— Γύρνα πίσω.
— Όχι.
— Τι πάει να πει «όχι»;
— Πάει να πει ότι σήμερα ξινή κρέμα δεν έχει. Δεν θα πεθάνετε κιόλας.
Έκλεισα το τηλέφωνο και αμέσως ένιωσα εκείνο το γνώριμο βάρος να ανεβαίνει στο στήθος μου. Δεν ήταν ακριβώς φόβος. Ήταν εξάντληση. Πηχτή, κολλώδης, σαν κρύος σιμιγδαλένιος χυλός από παιδικό σταθμό. Εκείνη η κατάσταση όπου δεν θυμώνεις πια· απλώς ξέρεις πως μόλις ανοίξεις την πόρτα, θα αδειάσουν πάνω σου ό,τι μάζευαν όλη μέρα.
Την πόρτα μου την άνοιξε η πεθερά μου.
— Επιτέλους εμφανίστηκες, — είπε η Ευδοκία Σαββίδη, χωρίς καν να κάνει στην άκρη από το πέρασμα. — Εμείς εδώ καθόμαστε και περιμένουμε. Ο Κώστας γύρισε από τη δουλειά νηστικός, εγώ με την πίεσή μου, κι αυτή ούτε που ιδρώνει το αυτί της. Στέκεται και μας κοιτάζει σαν χαζή.
— Δεν σας κοιτάζω σαν χαζή. Αναπνέω, — είπα. — Μετά το λεωφορείο, θεωρείται και υγιεινό.
— Μάζεψε λίγο τη γλώσσα σου, — πέταξε ο Κώστας Διαμαντόπουλος από την κουζίνα. — Έλα εδώ.
Πέρασα στην κουζίνα και άφησα τις σακούλες πάνω στο σκαμπό. Στο τραπέζι υπήρχαν ήδη κομμένα σαλάμι και τυρί, ένα ανοιγμένο κουτί σαρδέλες, δύο άδειες κούπες, ψίχουλα παντού, ενώ στον νεροχύτη επέπλεε ένα πιάτο με ξεραμένο φαγητό κολλημένο πάνω του. Με άλλα λόγια, κανείς εδώ μέσα δεν κινδύνευε να πεθάνει από την πείνα. Εμένα περίμεναν. Για την τελετουργία.
— Λοιπόν; — ο Κώστας καθόταν απλωμένος στην καρέκλα. — Η μεταφορά πού είναι;
— Δεν την έκανα.
— Γιατί;
— Επειδή βαρέθηκα.
Η Ευδοκία Σαββίδη κάθισε αργά στο σκαμπό, πιέζοντας το χέρι στο στήθος της.
— Το άκουσες; Είπε πως βαρέθηκε. Σε μένα το λέει αυτό; Σε μένα, που σας σήκωσα από το τίποτα;
— Μαμά, μην ανάβεις, — είπε ο Κώστας, μα τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω μου. — Εξήγησέ το σαν άνθρωπος, χωρίς παραστάσεις.
— Σαν άνθρωπος; Πολύ καλά. Τους τελευταίους τέσσερις μήνες έχω δώσει στη μητέρα σου χίλια τετρακόσια ευρώ. Για ποιον λόγο, δεν γνωρίζω. Κάθε φορά είναι «επείγον», «τελευταία φορά», «μέχρι τη σύνταξη», «για φάρμακα», «για λογαριασμούς», «για σφράγισμα», «για εξετάσεις». Μόνο που, περίεργα πράγματα, κάθε φορά εμφανίζεται είτε με καινούριο παλτό, είτε με νέο κινητό, είτε με μανικιούρ στο χρώμα της μελιτζάνας.
— Πώς τολμάς να μετράς ξένα λεφτά; — πετάχτηκε η πεθερά μου.
— Δεν είναι ξένα. Είναι δικά μου.
— Σε μια οικογένεια δεν υπάρχουν «δικά μου» και «δικά σου»! — ο Κώστας χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι. — Πόσες φορές πρέπει να σου το πω;
— Πολύ βολικό αυτό. Όταν είναι να πληρωθεί το στεγαστικό, τότε τα χρήματα είναι κοινά. Όταν όμως έρχεται η σειρά για τις δικές σου ανάγκες, οι κανόνες αλλάζουν αμέσως.
