Ήταν η πρώτη φορά μέσα σε τρία χρόνια. Η φωνή της ακουγόταν αλλιώτικη: χαμηλή, συγκρατημένη, σχεδόν προσεκτική.
— Κατερίνα Ιωάννου… δεν το εννοούσα έτσι. Είμαστε οικογένεια, το ξέρεις κι εσύ.
— Σας ακούω, Μαρία Κωνσταντίνου.
— Καμιά φορά ξεφεύγω. Η πίεση, τα αγγεία, στην ηλικία μου δεν πρέπει να συγχύζομαι… Δεν το είπα από κακία. Τόσα χρόνια εμείς…
Η φωνή της έτρεμε. Δεν έκλαιγε, όμως ήταν πολύ κοντά.
— Μαρία Κωνσταντίνου, — είπα όταν σταμάτησε.
— Σας άκουσα. Θα το σκεφτώ.
Και έκλεισα.
Πάνω στο τραπέζι, δίπλα μου, το κινητό ήταν ακόμη ανοιχτό στην εφαρμογή της τράπεζας: η πάγια εντολή είχε απενεργοποιηθεί. Τελευταία χρέωση: 1 Μαρτίου. Ως την επόμενη πρώτη του μήνα απέμεναν δεκαπέντε μέρες.
Αλλιώς
Το σκέφτηκα τρία ολόκληρα εικοσιτετράωρα.
Ξέρω τι θα πουν πολλοί: πως έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα, από καιρό. Όμως έτσι είμαστε όσοι έχουμε μάθει να κρατάμε τα πάντα μέσα μας. Δεν φεύγουμε απότομα. Αργούμε. Μα όταν πάρουμε απόφαση, δεν είναι παιχνίδι.
Ξέρω και το αντίθετο που θα ειπωθεί: είναι ηλικιωμένη γυναίκα, δεν φέρονται έτσι. Ίσως. Μόνο που για τρία χρόνια τη λυπόμουν, κατάπινα λόγια και σιωπούσα. Και αυτό δεν άλλαξε τίποτα.
Ο Γιώργος Αντωνίου ήρθε το βράδυ. Κάθισε στην κουζίνα, στη γωνιακή καρέκλα με την ξύλινη πλάτη. Κρατούσε την κούπα και με τα δυο του χέρια, όπως έκανε πάντα όταν δεν ήξερε από πού να αρχίσει.
— Σου προτείνω μια συμφωνία, — είπα.
Σήκωσε τα μάτια του.
— Απλή. Συνεχίζω να πληρώνω τη μονάδα φροντίδας, όπως πλήρωνα μέχρι τώρα. Αλλά η Μαρία Κωνσταντίνου δεν ξαναλέει «ξένη» και «δεν είναι συγγένεια». Ούτε μπροστά σε κόσμο ούτε πίσω από κλειστές πόρτες. Απλώς δεν τα λέει.
Ο Γιώργος Αντωνίου έμεινε σιωπηλός. Κοιτούσε μέσα στην κούπα του.
— Κι αν δεν το δεχτεί;
— Τότε, από την πρώτη του μήνα, πληρώνει μόνη της.
Έκανε ένα νεύμα, αργά.
— Εντάξει.
Η Μαρία Κωνσταντίνου συμφώνησε την επόμενη μέρα, μέσω εκείνου. Χωρίς χαρά, χωρίς ευγνωμοσύνη. Ένα ξερό «εντάξει». Έτσι απαντούν οι άνθρωποι όταν δεν τους μένει άλλη επιλογή.
Δεν περίμενα ζεστασιά. Δεν περίμενα να με πει «κόρη μου». Πήρα αυτό που είχα ζητήσει: έναν κανόνα. Μια συμφωνία.
Ίσως τελικά αυτό να είναι η οικογένεια. Όχι μόνο κάτι στο οποίο γεννιέσαι, αλλά κάτι που το ορίζεις με όρους που γίνονται σεβαστοί.
Την πρώτη του μήνα άνοιξα ξανά την εφαρμογή.
Βρήκα τη γραμμή: «Μονάδα φροντίδας — 285 €».
Πάτησα «Ενεργοποίηση».
Πλήρωσα τον επόμενο μήνα. Και τότε ησυχία απλώθηκε μέσα μου, αλλά όχι όπως παλιά.
Όχι εκείνη η σιωπή που τη βάφτιζα υπομονή. Άλλη σιωπή. Η σιωπή του ανθρώπου που ξέρει πως υπάρχει πια ένας κανόνας. Και πως αυτός ο κανόνας του ανήκει.
Εσείς θα συνεχίζατε; Ή για εσάς συγγένεια είναι αυτό που λέγεται με λόγια, όχι αυτό που πληρώνεται με χρήματα κάθε πρώτη του μήνα;
Εκείνη, πάντως, δεν έφυγε. Δεν χτύπησε πόρτες, δεν χώρισε με τον Γιώργο Αντωνίου. Έβαλε στο τραπέζι μια συμφωνία. Ώριμη, καθαρή, χωρίς υστερίες. Κι αυτό δεν το καταφέρνουν πολλοί.
