— Όχι, φυσικά. Τον πήρα από τον πρώτο άγνωστο που βρήκα στη στάση.
Η Δέσποινα Παπαδημητρίου χαμογέλασε άθελά της, μα αμέσως στραβομουτσούνιασε από τον πόνο.
— Πάντα με την ειρωνεία στο στόμα είσαι.
— Κι αλλιώς πώς να σταθώ; Αν δεν το γύριζα στο σαρκασμό, θα είχα αρχίσει να φωνάζω εδώ και καιρό.
Η Μελίνα Θεοχαρίδη γέμισε ένα πλαστικό ποτηράκι με ζωμό και της το έδωσε. Η πεθερά της ήπιε μερικές γουλιές, έμεινε για λίγο σιωπηλή κι ύστερα ρώτησε χαμηλόφωνα:
— Ο Ανδρέας πέρασε;
— Το πρωί. Κάθισε δέκα λεπτά και μετά έφυγε τρέχοντας για τη δουλειά.
— Η Κωνσταντίνα;
— Πήρε τηλέφωνο. Είπε πως δεν αντέχει να σας βλέπει έτσι.
— Μάλιστα.
Εκείνο το σύντομο «μάλιστα» κουβαλούσε περισσότερη αλήθεια απ’ όση είχαν όλες οι οικογενειακές κουβέντες των τελευταίων δέκα χρόνων.
Όταν πλησίασε η μέρα του εξιτηρίου, η Κωνσταντίνα Βλάχου, ως διά μαγείας, έγινε υπερβολικά απασχολημένη. Πότε είχε τα παιδιά, πότε ερχόταν μάστορας για το μπάνιο, πότε ο άντρας της διαφωνούσε, πότε ο μικρός έβηχε. Και, φυσικά, ένας ηλικιωμένος άνθρωπος χρειαζόταν ησυχία.
Το ίδιο βράδυ ο Ανδρέας καθόταν στην κουζίνα, γύριζε ένα κουτάλι ανάμεσα στα δάχτυλά του και μιλούσε κοιτάζοντας το τραπέζι.
— Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνουμε. Να πάρουμε γυναίκα για φροντίδα; Κοστίζει. Και η μάνα μου δεν αντέχει ξένους ανθρώπους.
— Ενώ εμένα, δηλαδή, με αντέχει; ρώτησε η Μελίνα.
— Μην αρχίζεις.
— Δεν άρχισα εγώ. Εσείς αρχίζετε κάθε φορά που σας βολεύει.
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του. Για πρώτη φορά δεν φαινόταν θυμωμένος, αλλά χαμένος.
— Μελίνα, σοβαρά τώρα. Τι κάνουμε;
Τον κοίταξε και ξαφνικά το κατάλαβε καθαρά: οι πιο αβοήθητοι σε αυτή την ιστορία δεν ήταν οι γυναίκες. Ο πιο αδύναμος ήταν εκείνος που για δεκαετίες είχε συνηθίσει να μη χρειάζεται να αποφασίζει τίποτα.
— Θα την πάρουμε στο σπίτι μας, είπε.
— Αλήθεια;
— Ναι. Αλλά θα το πω μία φορά και ξεκάθαρα. Δεν είμαι υπηρέτρια, ούτε αλεξικέραυνο, ούτε δωρεάν αποκλειστική νοσοκόμα. Θα βοηθήσω έναν άνθρωπο να συνέλθει. Αν αρχίσουν οι διαταγές, τα παράπονα και οι προσπάθειες να φορτωθούν όλα πάνω μου, τελειώνουμε την ίδια μέρα.
— Ευχαριστώ.
— Μην ευχαριστείς εμένα. Καλύτερα μάθε κάποτε να κάνεις κάτι χωρίς να έχεις δεξιά κι αριστερά σου τη μάνα σου και τη γυναίκα σου.
Τις πρώτες μέρες στο σπίτι η Δέσποινα Παπαδημητρίου ήταν ήσυχη. Έπειτα άρχισαν τα γνώριμα.
— Μελίνα, ο χυλός είναι πολύ πηχτός.
— Ρίξτε λίγο ζεστό νερό.
— Μελίνα, στο ράφι σου έχει σκόνη.
— Πάρτε ένα πανάκι.
— Μελίνα, άνοιξε το παράθυρο.
— Είναι ανοιχτό. Απλώς δεν το προσέξατε.
Την τέταρτη μέρα η Μελίνα στάθηκε στο κατώφλι και μίλησε ήρεμα, χωρίς να υψώσει τη φωνή της.
— Ας συνεννοηθούμε από τώρα. Είστε εδώ επειδή χρειάζεστε φροντίδα. Μαγειρεύω, πλένω, σας θυμίζω τα φάρμακα και σας πηγαίνω στον γιατρό. Όμως δεν θα ελέγχετε πια πώς ζω ούτε θα με διοικείτε. Αν κάτι δεν σας αρέσει, τηλεφωνήστε στην Κωνσταντίνα. Πού ξέρετε; Ίσως εξαφανιστούν ξαφνικά όλες οι υποχρεώσεις της.
Η Δέσποινα έσφιξε τα χείλη.
— Μου μιλάς απότομα.
— Αλλά καταλαβαίνετε ακριβώς τι λέω.
— Εγώ απλώς είπα για τη σκόνη.
— Όχι. Δοκιμάσατε αν πιάνει ακόμα το παλιό σύστημα. Δεν πιάνει.
Η πεθερά της έμεινε πολλή ώρα αμίλητη. Ύστερα, απρόσμενα, έγνεψε καταφατικά.
Από εκείνη τη στιγμή, για πρώτη φορά το διαμέρισμα έπαψε να μοιάζει αποπνικτικό. Τα βράδια η Δέσποινα καθόταν στην κουζίνα και καθάριζε αργά λαχανικά, μόνο και μόνο για να μη νιώθει σαν άχρηστο έπιπλο. Η Μελίνα ετοίμαζε το δείπνο, άκουγε την τηλεόραση να μουρμουρίζει από το δωμάτιο και σκεφτόταν πως η πραγματική ησυχία είναι να μη χρειάζεται να απολογείσαι συνεχώς για κάθε σου «όχι».
Μια μέρα η πεθερά της άνοιξε μόνη της κουβέντα.
— Η δική μου πεθερά ήταν χειρότερη από μένα. Πολύ χειρότερη. Περνούσε το δάχτυλο πάνω από τα ράφια και μπροστά στους καλεσμένους έλεγε πως μαγειρεύω σαν νοικάρισσα που δεν νοιάζεται για το σπίτι. Τότε σκεφτόμουν: θα μεγαλώσω κι εγώ και θα ξέρω πώς πρέπει να γίνονται τα πράγματα. Τελικά, μάλλον απλώς παρέδωσα παρακάτω όσα είχα υπομείνει.
— Οικογενειακή σκυταλοδρομία κακομεταχείρισης, είπε η Μελίνα.
— Κάπως έτσι. Μόνο που ξέρεις ποιο είναι το πιο άσχημο; Πίστευα στ’ αλήθεια πως κρατούσα την οικογένεια όρθια. Ενώ στην πράξη απλώς τους έβαζα όλους στη σειρά.
— Σε κάποιους αυτό τους βόλευε πολύ.
— Για τον Ανδρέα λες;
— Για ποιον άλλον; Είναι πολύ συμφέρουσα θέση: να στέκεσαι αιώνια ανάμεσα στη μάνα και στη γυναίκα σου, να μην αποφασίζεις τίποτα και μετά να αναστενάζεις πως οι γυναίκες είναι δύσκολες.
Η Δέσποινα άφησε το μαχαίρι στην άκρη.
— Τον άκουσα στο μπαλκόνι να λέει στην Κωνσταντίνα: «Η Μελίνα θα γκρινιάξει λίγο και στο τέλος θα το κάνει». Το ξέρεις;
Η Μελίνα πάγωσε με την πετσέτα στα χέρια.
— Όχι. Αλλά του μοιάζει.
— Κι εγώ, η ανόητη γριά, μόνο στο νοσοκομείο κατάλαβα ποιος ήρθε αμέσως κοντά μου και ποιος κρύφτηκε πίσω από σοβαρές δικαιολογίες.
