Η Μελίνα Θεοχαρίδη τα διάβαζε, τα έσβηνε και, αντί να γυρίσει σπίτι μετά τη δουλειά, πήγαινε στο κολυμβητήριο. Εκείνο το μισάωρο μέσα στο νερό τής έκανε περισσότερο καλό από οποιαδήποτε οικογενειακή νουθεσία. Κανείς δεν της ζητούσε να κόψει σαλάτες, κανένας δεν την εξέταζε γιατί δεν χαμογελούσε. Στο σπίτι επέστρεφε γύρω στις δέκα. Το διαμέρισμα μύριζε κατεψυγμένα ζυμαρικά, αντρική δυσαρέσκεια και απαιτήσεις που δεν ήταν δικές της.
Δύο μέρες πριν από την επέτειο, ο Ανδρέας Καραμανλής μπήκε στην κρεβατοκάμαρα με ύφος ανθρώπου που είχε ήδη πληγωθεί από την άρνηση που περίμενε.
— Άκου, θέλω να σου πω κάτι.
— Αρχίζω να φοβάμαι.
— Η μαμά αποφάσισε να το κάνει τελικά στο σπίτι της Κωνσταντίνας. Μόνο που ο φούρνος της είναι χάλια, καίει από πάνω. Φτιάξε τουλάχιστον εκείνο το κρέας σου και το ρολό με πίτα. Θα περάσουμε να τα πάρουμε. Δεν χρειάζεται καν να έρθεις.
— Τι γενναιόδωρη πρόταση.
— Μελίνα, άσε την ειρωνεία.
— Και πώς να το πάρω; Με συγκίνηση; Σου είπα ήδη όχι.
— Επίτηδες το κάνεις. Θέλεις να δείξεις χαρακτήρα.
— Όχι, Ανδρέα. Απλώς για πρώτη φορά δεν δέχομαι κάτι που μου κάθεται στον λαιμό.
— Εξαιτίας σου θα πάει όλη η γιορτή στραβά.
— Όχι. Θα πάει στραβά επειδή έχετε μάθει να στήνετε κάθε γιορτή πάνω στην πλάτη ενός ανθρώπου.
Έμεινε για λίγο όρθιος και ύστερα πέταξε:
— Έχεις γίνει κακιά.
— Έχω γίνει κουρασμένη. Δεν είναι το ίδιο.
Το Σάββατο η Μελίνα έφυγε από το σπίτι στις έντεκα. Κουρεύτηκε, πέρασε από ένα βιβλιοπωλείο και μετά κάθισε σε μια καφετέρια κοντά στο εμπορικό κέντρο, διαβάζοντας, ενώ πίσω από τη τζαμαρία κυλούσαν καρότσια, σακούλες και παιδιά άλλων ανθρώπων χωμένα σε μπουφάν δύο νούμερα μεγαλύτερα. Δεν ένιωθε ούτε χαρά ούτε ντροπή. Μόνο ησυχία. Σαν να είχε σβήσει επιτέλους κάποιος εκείνον τον απορροφητήρα που βούιζε χρόνια μέσα στο κεφάλι της.
Το κινητό το είχε βάλει στο αθόρυβο. Όταν το βράδυ άναψε την οθόνη, είδε δώδεκα αναπάντητες από τον άντρα της, οκτώ από την Κωνσταντίνα και ένα σύντομο μήνυμα: «Η μαμά στο νοσοκομείο. Πίεση. Έλα αμέσως».
Στα επείγοντα μύριζε βρεγμένο ύφασμα, φάρμακα και πανικό. Ο Ανδρέας καθόταν σκυφτός σε μια πλαστική καρέκλα. Η Κωνσταντίνα Βλάχου, με γιορτινή μπλούζα, έκλαιγε λες και το βασικό θύμα ήταν εκείνη.
— Τι έγινε; ρώτησε η Μελίνα.
— Τι έγινε; πετάχτηκε πρώτη η Κωνσταντίνα. — Έγινε ότι η μαμά κόντεψε να λιποθυμήσει με όλο αυτό το χάος. Το ζεστό πιάτο άργησε, τα παιδιά έριξαν κάτω μια πιατέλα, εκείνη αγχώθηκε, η πίεσή της ανέβηκε στα ύψη. Αν είχες βοηθήσει, δεν θα συνέβαινε τίποτα.
— Ο γιατρός τι είπε; Η Μελίνα ούτε που γύρισε να την κοιτάξει.
— Προς το παρόν υπερτασική κρίση, απάντησε βραχνά ο Ανδρέας. — Περιμένουμε.
— Τα χάπια της το πρωί τα πήρε;
Η Κωνσταντίνα κόμπιασε.
— Δεν ξέρω. Από τις εφτά ήταν στο πόδι. Αλλαντικά, ορεκτικά, τούρτα, καλεσμένοι…
Η Μελίνα σήκωσε αργά το βλέμμα πάνω της.
— Δηλαδή κανείς δεν φρόντισε να πάρει τα φάρμακά της ένας άνθρωπος με πίεση, αλλά όλοι φροντίσατε να υπάρχουν ταρτάκια στο τραπέζι.
— Μην κάνεις την έξυπνη, γρύλισε η Κωνσταντίνα. — Δεν είναι ώρα τώρα.
— Ίσα ίσα, τώρα είναι η ώρα. Απλώς δεν σας βολεύει.
Από το ιατρείο βγήκε μια γιατρός κουρασμένη, αυστηρή, χωρίς περιττές ευγένειες.
— Συγγενείς της Παπαδημητρίου;
— Ναι.
— Η κατάσταση είναι σταθερή. Δεν πρόκειται για εγκεφαλικό. Η πίεση ξέφυγε από στρες, υπερκόπωση και παράλειψη φαρμακευτικής αγωγής. Αύριο θα φέρετε ρόμπα, παντόφλες και νερό. Και την επόμενη φορά, όταν μια γυναίκα έχει περάσει τα εξήντα, μην την αφήνετε να τρέχει όλη μέρα γύρω από ένα τραπέζι.
Η Κωνσταντίνα ξανάρχισε να κλαίει. Ο Ανδρέας χαμήλωσε το κεφάλι. Η Μελίνα, αντί για θυμό, ένιωσε μια βαριά, κολλώδη εξάντληση. Όλοι ενήλικες, κι όμως φέρονταν σαν η ζωή να ήταν σχολική γιορτή, όπου το πιο σημαντικό είναι να δείχνει αξιοπρεπές το τραπέζι.
Την επόμενη μέρα πήγε στο νοσοκομείο με μια τσάντα πράγματα και ένα θερμός ζωμό. Η Δέσποινα Παπαδημητρίου ήταν ξαπλωμένη ασυνήθιστα ήσυχη, χωρίς εκείνη τη γνώριμη αρχηγική στάση. Έμοιαζε απλώς με μια ηλικιωμένη, εξαντλημένη γυναίκα.
— Ήρθες, είπε αντί για χαιρετισμό.
— Ήρθα.
— Η Κωνσταντίνα δεν μπόρεσε;
— Η Κωνσταντίνα έχει παιδιά, άντρα, κίνηση στους δρόμους και λεπτή ψυχική ιδιοσυγκρασία. Γενικά, όλα πολύ σοβαρά.
Η πεθερά της έκλεισε τα μάτια.
— Μη με τσιγκλάς. Πάει να σπάσει το κεφάλι μου.
— Τότε ας μη λέμε πολλά. Σας έφερα τα πράγματα και ζωμό.
— Μόνη σου τον έφτιαξες;
