— Μελίνα Θεοχαρίδη, σοβαρά τώρα, με κοροϊδεύεις; Τρίτη φορά σού το λέω: το Σάββατο θα μαζευτούν δεκαοχτώ άτομα. Δεκαοχτώ. Η θεία Καλλιόπη Θεολόγου από τη Λάρισα, ο Σταύρος Βλάχος με τη φαμίλια του, ο Ιωάννης Αποστόλου με τη Βασιλική Βλάχου, η Μαρίνα Αποστόλου με τον άντρα της. Τα γενέθλιά μου δεν θα τα κάνω σε κανένα σουβλατζίδικο, αλλά στο σπίτι, — η φωνή της Δέσποινας Παπαδημητρίου χτυπούσε στα πλακάκια σαν παλιό μεγάφωνο βαλμένο στη διαπασών.
Η Μελίνα άφησε την κούπα μέσα στον νεροχύτη και άργησε να γυρίσει. Έξω, στο πάρκινγκ, το μαρτιάτικο χιόνι είχε γίνει γκρίζο· από κάτω φαινόταν μια μαύρη λάσπη όπου κολλούσαν ρόδες και άνθρωποι. Η εικόνα ήταν ωμή, χωρίς αυταπάτες, όπως και η ζωή της τα τελευταία χρόνια.
— Δεν σας κοροϊδεύω, κυρία Δέσποινα. Σας εξηγώ ότι δεν έχω ούτε κουράγιο ούτε χρόνο να ταΐσω δεκαοχτώ ανθρώπους. Δυάρι έχουμε, όχι αίθουσα δεξιώσεων του δήμου.
— Πάλι τα ίδια άρχισες, — η πεθερά τίναξε τα χέρια της. — Πέντε σαλάτες, δύο ζεστά φαγητά, αλλαντικά, τούρτα. Έτσι ζει ο κόσμος ο κανονικός. Έτσι έζησα εγώ μια ζωή.
— Τότε συνεχίστε έτσι, — αποκρίθηκε ήρεμα η Μελίνα. — Μόνο χωρίς εμένα.

Από τον διάδρομο ξεπρόβαλε ο Ανδρέας Καραμανλής. Δεν μπήκε ακριβώς· εμφανίστηκε, σαν άνθρωπος που ελπίζει να βρεθεί τάχα τυχαία στη μέση και μετά να πει πως τον παρέσυραν.
— Τι συμβαίνει εδώ;
— Συμβαίνει ότι η γυναίκα σου θεωρεί βάρος τα γενέθλιά μου, — είπε κοφτά η μητέρα του. — Τρομερή καταπίεση, βλέπεις, να δεχτεί τους συγγενείς.
— Δεν είπα αυτό, — η Μελίνα κοίταξε τον άντρα της. — Είπα πως δεν σκοπεύω να στέκομαι δύο μέρες πάνω από κατσαρόλες, ύστερα να σερβίρω πιάτα και τα μεσάνυχτα να τρίβω λίπη από τον φούρνο, ενώ οι άλλοι θα σχολιάζουν πόσο «απότομη» έγινα.
— Μελινάκι, έλα τώρα, χωρίς υπερβολές, — τράβηξε κουρασμένα ο Ανδρέας. — Μια φορά γίνεται τέτοια επέτειος. Η μάνα κλείνει τα εξήντα έξι.
— Δόξα τω Θεώ που είναι μια φορά. Αν το ζούσα κάθε χρόνο αυτό το πρόγραμμα, θα με είχαν σηκώσει στα χέρια.
— Αυθαδιάζεις, — σφύριξε η Δέσποινα Παπαδημητρίου. — Καταλαβαίνεις καθόλου σε ποια μιλάς;
— Απολύτως. Σε έναν άνθρωπο που δεν ζητά, διατάζει. Και που νομίζει πως ο χρόνος των άλλων δεν κοστίζει τίποτα.
— Των άλλων; — η πεθερά μισόκλεισε τα μάτια. — Ύστερα από δώδεκα χρόνια γάμου, εγώ είμαι ξένη για σένα;
— Όταν χρειάζεστε βοήθεια, είμαι δική σας. Όταν πρέπει να σεβαστείτε τα όριά μου, ξαφνικά είμαι ξένη. Πολύ βολική λογική.
Ο Ανδρέας ανασήκωσε νευρικά τον ώμο.
— Μελίνα, φτάνει πια με τις απαιτήσεις. Τι σπουδαίο είναι; Τις σαλάτες τις κάνουμε Παρασκευή, το κρέας Σάββατο. Θα βοηθήσουμε.
— Ποιοι ακριβώς είμαστε το «θα βοηθήσουμε»; — γύρισε ολόκληρη προς το μέρος του. — Εσύ, που την περσινή Πρωτοχρονιά, μετά το δεύτερο ποτηράκι, πήγες να «ξαπλώσεις πέντε λεπτά» και ξύπνησες στη μία, όταν εγώ έτριβα μόνη μου τα πιάτα; Ή η αδελφή σου, η Κωνσταντίνα Βλάχου, που το μόνο που ξέρει είναι να λέει «αχ, εγώ θα έβαζα λίγο άνηθο»;
— Την Κωνσταντίνα να μην την πιάνεις στο στόμα σου, — άναψε αμέσως η πεθερά. — Έχει παιδιά.
— Κι εγώ τι έχω; Χέρια από λάστιχο και δεύτερη μέση στην αποθήκη;
— Σε γραφείο δουλεύεις, όχι σε ορυχείο, — την έκοψε η Δέσποινα Παπαδημητρίου. — Μην παριστάνεις το εξαντλημένο υποζύγιο.
— Ευχαριστώ για τη διάγνωση. Τότε η απάντησή μου είναι τελική: εδώ δεν θα γίνει κανένα τραπέζι γενεθλίων και εγώ δεν πρόκειται να μαγειρέψω.
Για μια στιγμή απλώθηκε σιωπή, από εκείνες που προηγούνται του κρότου ενός μετασχηματιστή.
— Ανδρέα, το ακούς; — ύψωσε τη φωνή η πεθερά. — Η γυναίκα σου με πετάει έξω.
— Μελίνα, το παρατραβάς, — είπε εκείνος, χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια. — Θα μπορούσες να το πεις ανθρώπινα.
— Αυτό ακριβώς είναι το ανθρώπινο. Το «όχι» είναι φυσιολογική λέξη. Απλώς στη δική σας οικογένεια δεν τη σεβαστήκατε ποτέ.
Τις επόμενες πέντε μέρες το σπίτι γέμισε από εκείνη την ιδιαίτερη σιωπή που κουράζει περισσότερο κι από καβγά. Ο Ανδρέας έτρωγε έτοιμα μπιφτέκια, άνοιγε συσκευασίες με θόρυβο και έδειχνε με όλο του το ύφος πως ζούσε τραγωδία: η γυναίκα του είχε πάψει να λειτουργεί σαν υπηρεσία. Η Δέσποινα Παπαδημητρίου μετακόμισε στην κόρη της, μα κι από εκεί προλάβαινε να στέλνει τσιμπήματα. Η Κωνσταντίνα Βλάχου έγραφε μακροσκελή μηνύματα στο κινητό, όπου η λέξη «μαμά» εμφανιζόταν συχνότερα από το νόημα.
«Σκέφτηκες έστω πόσο την πλήγωσες;»
«Είναι τόσο δύσκολο μία φορά τον χρόνο να φερθείς σαν οικογένεια;»
«Ο Ανδρέας είναι πολύ στενοχωρημένος, φέρεσαι σκληρά».
