Ο Δημήτριος Θεοδώρου αγκομαχούσε κουβαλώντας τις βαλίτσες ως το ασανσέρ. Δεν γύρισε ούτε μία φορά να με κοιτάξει. Στα μάτια του, μάλλον, είχα μεταμορφωθεί σε τέρας. Κι όμως, μέσα μου ένιωθα απίστευτα ανάλαφρη — σαν να είχα επιτέλους ξεφορτωθεί από τους ώμους μου ένα βαρύ, βρεγμένο πανωφόρι που με πάγωνε χρόνια.
Βγήκαμε στον δρόμο. Η ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα της Αθήνας ήταν υγρή, με μια ελαφριά αλμύρα από τη θάλασσα. Ένα λευκό ταξί περίμενε ήδη μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο οδηγός μας παρατηρούσε αμήχανα, σαν να είχε βρεθεί άθελά του σε οικογενειακό δράμα. Η Μαρία Γιαννοπούλου κάθισε στο πίσω κάθισμα με ύφος μάρτυρα που οδηγείται σε εξορία.
— Θα το πληρώσεις αυτό, μου πέταξε.
— Καλό δρόμο, απάντησα ήρεμα. Η διαδρομή είναι ήδη εξοφλημένη.
Το αυτοκίνητο ξεκίνησε, τα φώτα του άναψαν κόκκινα στη στροφή και χάθηκε. Ο Δημήτριος έμεινε δίπλα μου, κουμπωμένος μέσα στο μπουφάν του, σαν να τον διαπερνούσε ξαφνικό κρύο.
— Ικανοποιήθηκες τώρα; μου είπε χαμηλόφωνα.
— Τη μάνα σου την πέταξες σαν άχρηστο αντικείμενο…
— Δεν είναι αντικείμενο. Είναι ενήλικη γυναίκα με δικό της σπίτι. Όπως κι εγώ έχω το δικό μου. Και αυτά τα δύο σπίτια δεν χρειάζεται να μπλέκονται, όσο δεν ξέρει να συγκρατεί τα χέρια και τα λόγια της.
Γύρισα προς την είσοδο.
— Έρχεσαι; Ή θα πας να την παρηγορήσεις;
Έμεινε για λίγο ακίνητος και μετά με ακολούθησε, σέρνοντας τα αθλητικά του στο πεζοδρόμιο, βαρύς σαν γέρος.
Μέσα στο διαμέρισμα απλώθηκε μια εκκωφαντική ησυχία. Καμία τηλεόραση να βουίζει, καμία μυρωδιά μέντας να πλανάται. Μονάχα μια απαλή ευωδιά από το μπορς που είχα μαγειρέψει.
Στην κουζίνα, στο πάτωμα, βρισκόταν ακόμη το κουτάλι. Το σήκωσα. Το μέταλλο ήταν παγωμένο. Άνοιξα τη ζεστή βρύση και άρχισα να το πλένω σχολαστικά με σαπούνι, αργά, επίμονα. Σαν να ήθελα να σβήσω από πάνω του όχι μόνο τα ίχνη, αλλά και την αίσθηση των ξένων χεριών, της οργής που είχε ποτίσει το σπίτι. Το σκούπισα μέχρι να γυαλίσει και το τακτοποίησα στο πιο πίσω συρτάρι. Να μείνει εκεί — υπενθύμιση ότι τα όρια οφείλεις να τα υπερασπίζεσαι έγκαιρα.
Ο Δημήτριος καθόταν στο σαλόνι, βυθισμένος στο σκοτάδι. Δεν άναψα τα φώτα.
— Θες τσάι; ρώτησα από την πόρτα.
— Όχι.
— Είσαι σκληρή, Ελένη Σιδέρη. Πολύ σκληρή.
Αναστέναξα, κάθισα στο τραπέζι και γέμισα το φλιτζάνι μου.
— Σκληρότητα είναι να παρακολουθείς αμίλητος να ταπεινώνουν τη γυναίκα σου. Αυτό που έκανα εγώ λέγεται δικαιοσύνη.
Ήπια μια γουλιά. Η γεύση ήταν καθαρή. Το σπίτι ήσυχο.
Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια άκουσα τους σωλήνες της παλιάς αθηναϊκής πολυκατοικίας να σιγοτραγουδούν. Ο χώρος ήταν ξανά δικός μου.
Δικαιοσύνη σημαίνει να ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου χωρίς να φοβάσαι τι θα συμβεί το πρωί. Αύριο θα ξυπνήσω μέσα στη σιωπή. Θα φτιάξω καφέ. Θα ισιώσω το τραπεζομάντιλο. Και κανείς δεν θα με αποκαλέσει «ανίκανη».
Γιατί το πιο ουσιαστικό μάθημα για μια γυναίκα είναι να ξέρει να προασπίζεται τη ζωή της.
Πείτε μου, λοιπόν — ο σεβασμός στα γκρίζα μαλλιά δίνει άδεια για προσβολές και χτυπήματα; Ή υπάρχει ένα όριο, πέρα από το οποίο το «συγγενικό αίμα» γίνεται απλώς ένας νομικός όρος; Μερικές φορές χρειάζεται μόνο μία ιστορία για να δεις καθαρά τη δική σου και να βρεις τη δύναμη να πεις «ως εδώ».
