“Τι πάει να πει «συμβουλή για διανομή περιουσίας»;” φώναξε ο Στέφανος, πετώντας την τσαλακωμένη απόδειξη στο τραπέζι και χτυπώντας απειλητικά

Η προδοσία αισθάνεται απίστευτα άδικη και σπαρακτική.
Ιστορίες

Η Δήμητρα Οικονόμου σηκώθηκε απότομα, ακουμπώντας με δύναμη τις παλάμες της στο τραπέζι.

— Τι νομίζεις ότι κάνεις; Θα ξεφτιλίσεις τον άντρα σου μπροστά σε όλους; Εκείνος μοχθούσε για το σπίτι σας!

Η Αριάδνη Νικολόπουλος γύρισε αργά το βλέμμα προς τη πεθερά της.

— Για το σπίτι μας; Αλήθεια; Τότε ας δούμε για ποιο «σπίτι» ακριβώς μιλάμε.

Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε έναν δεύτερο φάκελο. Από μέσα ξεπρόβαλαν αποδείξεις, τακτοποιημένες προσεκτικά. Τις άπλωσε πάνω από τα χαρτιά των ανακαινίσεων. Αυτές, όμως, δεν προέρχονταν από μάντρες οικοδομικών υλικών. Ήταν από μπουτίκ πολυτελείας και κοσμηματοπωλεία. Στην αίθουσα απλώθηκε βαριά σιωπή.

— Αυτές οι αγορές είναι δικές σας, κυρία Δήμητρα. Τριετίας. Εδώ: γούνινο παλτό, πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ. Εδώ: χρυσή αλυσίδα με μενταγιόν, διακόσιες είκοσι χιλιάδες. Σκουλαρίκια με διαμάντια, τριακόσιες πενήντα χιλιάδες. Και δεν είναι μόνο αυτά — φορέματα, τσάντες, παπούτσια. Σύνολο: δύο εκατομμύρια εκατό χιλιάδες ευρώ.

— Ψέματα! — φώναξε η Δήμητρα, μα η φωνή της έσπασε. — Με δικά μου χρήματα τα πήρα!

— Δικά σας; — Η Αριάδνη έβγαλε μια εκτύπωση τραπεζικών κινήσεων. — Τότε τι είναι αυτά; Μεταφορές από τον λογαριασμό του Στέφανου στον δικό σας. Σταθερά κάθε μήνα. Πενήντα, εκατό, μερικές φορές διακόσιες χιλιάδες. Αιτιολογία: «για τα φάρμακα της μαμάς». «Για εξετάσεις». «Για θεραπεία».

Άφησε το χαρτί μπροστά της.

— Δεν αγοράζατε φάρμακα. Αγοράζατε γούνα και χρυσό. Την εποχή που εγώ ήμουν στο νοσοκομείο. Θυμάστε; Πριν δύο χρόνια. Όταν έχασα το παιδί και οι γιατροί έλεγαν ότι χρειάζομαι ξεκούραση και σωστή διατροφή. Τότε που είπατε στον Στέφανο ότι «δεν αξίζει να ξοδεύουμε για μια άκαρπη».

Η Μαρία Μακρή έβγαλε έναν πνιχτό λυγμό. Ο Νίκος Οικονόμου γύρισε το πρόσωπό του αλλού. Η θεία από τη Δράμα σκέπασε τα μάτια της με τα χέρια.

Η Δήμητρα είχε χλομιάσει. Άνοιγε το στόμα της, μα δεν έβγαινε λέξη.

Ο Στέφανος πετάχτηκε όρθιος, ρίχνοντας το ποτήρι του. Το κόκκινο κρασί απλώθηκε στο λευκό τραπεζομάντιλο σαν κηλίδα αίματος.

— Τι κάνεις; Έχεις χάσει τα λογικά σου; Όλα αυτά είναι κατασκευασμένα! Θέλει να με διασύρει!

— Κατασκευασμένα; — Η Αριάδνη ξεκλείδωσε το κινητό της, άνοιξε την εφαρμογή της τράπεζας και του το έτεινε. — Ιδού οι κινήσεις του λογαριασμού σου. Ημερομηνίες, ποσά, τα πάντα. Σύγκρινέ τα με τις αποδείξεις. Τρεις μέρες μετά την «κατάθεση για φάρμακα» αγοράστηκε η γούνα.

Ο Στέφανος πήρε το κινητό. Τα μάτια του πήγαιναν από την οθόνη στη μητέρα του. Εκείνη απέφευγε το βλέμμα του.

— Μαμά; — ψέλλισε. — Είναι αλήθεια;

— Αγόρι μου, δεν είναι όπως φαίνεται… Εγώ ήθελα μόνο το καλό σας…

— Το δικό σας καλό θέλατε, — απάντησε η Αριάδνη. — Πάντα το ίδιο. Ο Στέφανος δούλευε δεκαέξι ώρες στο ταξί, σας έδινε τα μισά, κι εγώ πίστευα ότι δεν υπήρχαν χρήματα. Έκοβα από παντού. Από το φαγητό, από γιατρούς, από εμένα. Κι εσείς στολίζατε τον εαυτό σας με διαμάντια.

— Σκάσε! — ούρλιαξε ο Στέφανος, στρεφόμενος προς εκείνη. — Το έκανες επίτηδες! Στη γιορτή! Για να ταπεινώσεις τη μάνα μου!

— Ήθελα να δεις επιτέλους την αλήθεια. Μα δεν την άντεξες ποτέ.

Έβγαλε τρίτο φάκελο. Αυτόν τον κράτησε λίγο παραπάνω πριν τον ακουμπήσει μπροστά του.

— Αυτός είναι για σένα.

— Τι είναι πάλι;

— Άνοιξέ τον.

Με αργές κινήσεις, λες και φοβόταν να αγγίξει κάτι καυτό, τον ξεφύλλισε. Ιατρικές γνωματεύσεις, εξετάσεις, υπογραφές. Πάνω-πάνω, η γνωμάτευση του διευθυντή κλινικής αναπαραγωγής στην Αθήνα.

Το πρόσωπό του άλλαξε καθώς διάβαζε. Δεύτερη ανάγνωση. Τρίτη.

— Τι σημαίνει αυτό;

— Τα αποτελέσματα των εξετάσεών μας. Τρία χρόνια εξετάσεων. Θυμάσαι πόσες φορές πήγα σε νοσοκομεία; Πόσες ενέσεις; Πόσες αιματοληψίες; Οι γιατροί έλεγαν ότι είμαι απολύτως υγιής.

— Το θυμάμαι…

— Δες την τελευταία σελίδα. Το συμπέρασμα του καθηγητή που επισκεφθήκαμε στην Αθήνα πέρσι.

Ο Στέφανος γύρισε τη σελίδα. Τα χέρια του έτρεμαν.

— Όχι… δεν γίνεται.

— Γίνεται. Δεν ήθελες να εξεταστείς. Επέμενες ότι εγώ φταίω. Η μητέρα σου με αποκαλούσε «στείρα» μπροστά σε όλους. Τρία χρόνια το άκουγα. Όμως ο γιατρός είπε καθαρά: εγώ δεν έχω πρόβλημα. Εσύ έχεις. Και το γνώριζες. Γι’ αυτό μετά αρνήθηκες να ξαναπάμε και μου απαγόρευσες να μιλήσω.

— Δεν είναι έτσι… — ψιθύρισε, δίχως πια βεβαιότητα.

— Είναι ακριβώς έτσι.

Η Δήμητρα κατέρρευσε στην καρέκλα.

— Στέφανε… παιδί μου…;

Εκείνος δεν απάντησε. Για πρώτη φορά έμοιαζε χαμένος, ανήμπορος να επινοήσει δικαιολογία.

Η Αριάδνη μίλησε πιο ήρεμα.

— Ήθελα να φύγω αθόρυβα. Να καταθέσω αίτηση διαζυγίου χωρίς σκηνές. Μα χθες έσκισες την απόδειξη και μου είπες ότι δεν είμαι τίποτα. Με διέταξες να χαμογελώ. Η μητέρα σου με έλουσε με χυμό κι εσύ γελούσες. Οι φίλοι σου μου έκαναν μάθημα πώς να είμαι «σωστή σύζυγος».

Κοίταξε γύρω της.

— Πιστεύατε όλοι ότι οφείλω να σωπαίνω. Ότι υπάρχω χάρη σε εσάς. Έχετε δίκιο: σε αυτό το σπίτι δεν ήμουν τίποτα. Υπηρέτρια ήμουν. Πλήρωνα, μαγείρευα, άντεχα προσβολές.

Σήκωσε ένα άδειο ποτήρι, το γέμισε νερό.

— Στην υγειά σας. Να μη βρεθείτε ποτέ στη θέση μου. Κι αν βρεθείτε, να βρείτε το κουράγιο να μιλήσετε.

Ήπιε, άφησε το ποτήρι, πήρε την τσάντα της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

— Σταμάτα! — ο Στέφανος της έκλεισε τον δρόμο. — Δεν θα φύγεις. Το διαμέρισμα είναι δικό μου. Θα μείνεις και θα τα μαζέψεις.

Το βλέμμα της ήταν παγωμένο.

— Δικό σου είναι, πράγματι. Το αγόρασες πριν τον γάμο. Δεν το διεκδικώ. Το στούντιο όμως, που αποκαλούσες «δικό σου», είναι στο όνομά μου. Και αποφέρει αρκετά ώστε να πληρώνω ενοίκιο. Αντίθετα, το ταξί σου κατασχέθηκε χθες για χρέη από τα δάνεια που πήρες. Για τα διαμάντια. Το γνώριζες;

Χλώμιασε.

— Τι λες;

— Το όχημα μεταφέρθηκε σε πάρκινγκ κατάσχεσης. Το είδα επιστρέφοντας από τον δικηγόρο.

Πέρασε δίπλα του και βγήκε.

Στο σαλόνι επικρατούσε παγωμένη ακινησία. Η Μαρία έκλαιγε σιωπηλά, ο Νίκος βαριανάσαινε. Η Δήμητρα είχε καρφωμένο το βλέμμα στο τραπέζι.

Η Αριάδνη φόρεσε το μπουφάν της, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και άνοιξε την πόρτα. Από μέσα ακούστηκε η φωνή του Στέφανου:

— Αν φύγεις, μην τολμήσεις να γυρίσεις!

Γύρισε.

— Επιστροφή δεν υπήρχε εδώ και τρία χρόνια. Απλώς δεν το έβλεπες.

Έκλεισε την πόρτα ήσυχα.

Κατέβηκε τις σκάλες, βγήκε στον δρόμο, μπήκε στο αυτοκίνητο. Τα χέρια της έτρεμαν στο τιμόνι. Ένα μήνυμα από τον δικηγόρο: «Η αίτηση καταχωρήθηκε. Τη Δευτέρα θα έχετε αριθμό υπόθεσης. Πώς πήγε η βραδιά;»

Απάντησε: «Αποκαλύφθηκαν όλα».

Έβαλε μπροστά και έφυγε.

Οδηγούσε χωρίς προορισμό μέσα στη νυχτερινή Αθήνα. Πέρασε από την παραλιακή, από το πάρκο όπου κάποτε περπατούσαν αγκαλιασμένοι. Οι αναμνήσεις δεν πονούσαν πια· μόνο την κούραζαν.

Το τηλέφωνο χτύπησε. «Στέφανος». Το απέρριψε. Ξανά. Ύστερα μήνυμα: «Θα το πληρώσεις. Γύρνα τώρα».

Το μπλόκαρε.

Σταμάτησε έξω από ένα εικοσιτετράωρο σούπερ μάρκετ. Αγόρασε καφέ, κάθισε σε ένα παγκάκι. Έστειλε μήνυμα στον δικηγόρο: «Έφυγα. Χρειάζομαι προσωρινή στέγη».

Απάντηση: «Υπάρχει στούντιο στο κέντρο, επιπλωμένο. Ενοίκιο 25.000 τον μήνα. Θέλετε να το δείτε αύριο;»

«Ναι».

Κοιμήθηκε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.

Το πρωί, με τον ήλιο να τη χτυπά στο πρόσωπο, ένιωθε παράξενα ελαφριά. Στις δέκα ήταν στο νέο διαμέρισμα: μικρό, 28 τετραγωνικά, καθαρό, φωτεινό. Η ιδιοκτήτρια, ηλικιωμένη γυναίκα, της μίλησε ήρεμα.

— Θέλω ήσυχους ανθρώπους. Θα είστε μόνη;

— Μόνη.

— Εδώ θα ξεκουραστείτε.

Η Αριάδνη πλήρωσε, πήρε τα κλειδιά. Όταν έμεινε μόνη, κάθισε στον καναπέ και ξέσπασε σε κλάματα. Δάκρυα ανακούφισης, θυμού, φόβου. Για τα χρόνια που σιώπησε. Για την αλήθεια που άργησε να ειπωθεί.

Αργότερα, το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά. Η Μαρία έστειλε μήνυμα συγγνώμης. Η θεία από τη Δράμα της ευχήθηκε δύναμη. Απάντησε μόνο ένα «ευχαριστώ».

Ύστερα τηλεφώνησε η μητέρα της.

— Τι συνέβη; Μου είπε ότι έκανες σκηνή.

Η Αριάδνη της τα διηγήθηκε όλα. Στο τέλος, η μητέρα της είπε απλά:

— Έρχομαι αύριο.

— Δεν χρειάζεται…

— Έρχομαι.

Κι εκείνη δεν επέμεινε. Ήξερε ότι η απόφαση είχε παρθεί.

Έμεινε ξαπλωμένη, κοιτάζοντας το λευκό ταβάνι, νιώθοντας πως για πρώτη φορά μετά από χρόνια η σιωπή γύρω της δεν ήταν απειλή, αλλά αρχή.

Ψίθυροι Ζωής