Χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά προς τον Στέφανο, που την παρακολουθούσε σιωπηλός, άνοιξε την πόρτα.
Στο κατώφλι στέκονταν ο Νίκος Οικονόμου και η Μαρία Μακρή — φίλοι παλιοί του Στέφανου, άνθρωποι που μπαινόβγαιναν στο σπίτι χρόνια. Ο Νίκος κρατούσε ένα τεράστιο κουτί ζαχαροπλαστείου, ενώ η Μαρία είχε στην αγκαλιά της μια ανθοδέσμη και μια σακούλα δώρου.
— Αριάδνη! Χρόνια πολλά στη μαμά! — είπε η Μαρία και την φίλησε επιπόλαια στο μάγουλο καθώς περνούσε μέσα. Ύστερα την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. — Μαύρα; Σε γιορτή;
— Άλλαξα, — απάντησε κοφτά η Αριάδνη, παίρνοντας τα λουλούδια. — Ελάτε, σας περιμένουν.
Ο Νίκος έβγαλε το μπουφάν του με θόρυβο.
— Πού είναι η εορτάζουσα; — φώναξε ήδη προχωρώντας προς το σαλόνι. — Δήμητρα Οικονόμου! Να τα εκατοστήσετε! Ό,τι ποθείτε να το έχετε!
Ξέσπασαν αγκαλιές, φιλιά, ευχές. Η Αριάδνη κατευθύνθηκε στην κουζίνα για να βάλει τα λουλούδια σε νερό. Η Μαρία την ακολούθησε και κάθισε σε ένα σκαμπό.
— Τι έχεις; Είσαι σαν να πηγαίνεις σε κηδεία, όχι σε γενέθλια.
— Μια χαρά είμαι, — είπε η Αριάδνη χωρίς να γυρίσει, γεμίζοντας το βάζο.
— Σε ξέρω. Κάτι έγινε. Ο Στέφανος;
— Ο Στέφανος είπε πολλά. Χθες.
Η Μαρία αναστέναξε με ύφος έμπειρης συμβούλου, αν και η φιλία της με την Αριάδνη δεν ξεπερνούσε τα δύο χρόνια.
— Κοίτα… Η γυναίκα πρέπει να έχει σύνεση. Η Δήμητρα είναι μεγάλος άνθρωπος, ό,τι κάνει το κάνει από χαρακτήρα. Δεν μπορείς να το προσπεράσεις για χάρη του άντρα σου;
Η Αριάδνη γύρισε αργά, κρατώντας το βάζο.
— Με έλουσε με χυμό επίτηδες. Και ο Στέφανος γελούσε. Αυτό να το προσπεράσω;
— Μπορεί να ήταν ατύχημα… — μουρμούρισε η Μαρία. — Κι εσύ άναψες φωτιές. Ο Στέφανος λέει ότι τελευταία είσαι νευρική.
Η Αριάδνη την κοίταξε σταθερά.
— Κατέθεσα αίτηση διαζυγίου χθες.
Η φράση βγήκε αβίαστα. Δεν είχε σκοπό να το ανακοινώσει έτσι, αλλά κάτι μέσα της δεν άντεξε.
Η Μαρία έμεινε άφωνη.
— Τι λες;
— Τα χαρτιά είναι ήδη στο Πρωτοδικείο. Οπότε ναι, ίσως γι’ αυτό φαίνομαι νευρική. Συγγνώμη, πρέπει να πάω τα λουλούδια έξω.
Την άφησε να κάθεται αποσβολωμένη και επέστρεψε στο σαλόνι. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και άκουσε τη Μαρία να ψιθυρίζει βιαστικά κάτι στον Νίκο στον διάδρομο. Εκείνος σφύριξε χαμηλόφωνα.
Λίγο αργότερα είχε ήδη γεμίσει τα ποτήρια με κονιάκ και μιλούσε δυνατά, όπως πάντα.
— Στέφανε, την έχεις καλομάθει, — είπε δείχνοντας διακριτικά προς την Αριάδνη. — Η γυναίκα πρέπει να ξέρει τα όριά της. Στο σπίτι μας, ό,τι πει η μάνα μου είναι νόμος. Δεν σηκώνει κουβέντα η γυναίκα.
Ο Στέφανος καθόταν βλοσυρός και κουνούσε το κεφάλι συγκαταβατικά. Η Δήμητρα Οικονόμου χαμογέλασε αυτάρεσκα.
— Μπράβο, Νίκο. Έτσι μεγαλώνουν οι άντρες. Μερικές όμως ξεχνούν τι σημαίνει σεβασμός.
Η Αριάδνη πλησίασε με μια πιατέλα. Οι κινήσεις της ήρεμες, σχεδόν αργές.
— Νίκο, — είπε ήπια, — πώς τα πάει η Μαρία με τη μητέρα σου τώρα που μένετε όλοι μαζί;
Ο Νίκος πνίγηκε με το ποτό.
— Πώς είπες;
— Αφού συγκατοικείτε, έτσι δεν είναι; Και η Μαρία κοιμάται στην κουζίνα γιατί το δωμάτιο «ανήκει» στη μαμά σου; Συνεχίζει να τη λέει «άχρηστη» μπροστά στους γιατρούς ή βελτιώθηκαν οι σχέσεις;
Η σιωπή έπεσε βαριά. Η Μαρία, που μόλις είχε επιστρέψει, πάγωσε.
— Τι ανοησίες είναι αυτές; — φώναξε ο Νίκος σηκώνοντας το ανάστημά του.
— Απλώς ρωτάω. Δεν είπες πριν ότι η γυναίκα πρέπει να ξέρει τη θέση της; Η Μαρία φαίνεται να τη γνωρίζει πολύ καλά.
Το πρόσωπο της Μαρίας άσπρισε. Ο Νίκος έκανε ένα βήμα μπροστά, αλλά ο Στέφανος τον συγκράτησε.
— Κάθισε, — του είπε κοφτά και στράφηκε στην Αριάδνη. — Τι κάνεις;
— Συμμετέχω στη συζήτηση, — απάντησε ψύχραιμα, ισιώνοντας ένα ποτήρι που ήδη έλαμπε.
Η Μαρία πετάχτηκε όρθια.
— Σταμάτα! Δεν έχεις δικαίωμα!
Η Αριάδνη την κοίταξε με μια σκιά συμπόνιας.
— Έχεις δίκιο. Δεν έπρεπε. Συγγνώμη.
Η ειλικρίνειά της μπέρδεψε τους πάντες. Η Μαρία, με μάτια κόκκινα, άρπαξε την τσάντα της και έφυγε προς την είσοδο. Ο Νίκος την ακολούθησε μουρμουρίζοντας.
Ο Στέφανος πλησίασε την Αριάδνη.
— Ευχαριστημένη; — ψιθύρισε με φωνή γεμάτη οργή. — Πήγαινε στην κουζίνα και μη ξαναβγείς. Με εξέθεσες.
— Θα πάω, — είπε εκείνη ήρεμα. — Όχι επειδή μου το διατάζεις. Αλλά επειδή δεν ήθελα να πληγώσω τη Μαρία.
Καθώς έβγαινε, άκουσε τη Δήμητρα να λέει δυνατά:
— Τι γυναίκα είναι αυτή! Στέφανε, γιατί δεν τη χωρίζεις;
Η Αριάδνη στάθηκε για μια στιγμή στον διάδρομο.
— Έγινε ήδη, — ψιθύρισε.
Στην κουζίνα κάθισε ακίνητη. Από μέσα ακούγονταν γέλια, κουβέντες που προσπαθούσαν να καλύψουν την ένταση. Η θεία από τη Δράμα μπήκε διστακτικά.
— Παιδί μου, είσαι καλά;
— Ναι.
— Είδα τι έγινε. Και είδα και τον Στέφανο να γελάει πριν. Μη νομίζεις πως δεν καταλαβαίνω. Ο αδελφός μου ήταν ίδιος… — αναστέναξε. — Κουράγιο να έχεις. Μην αφήσεις κανέναν να σε λυγίσει.
Τα μάτια της Αριάδνης γυάλισαν, αλλά δεν έκλαψε.
— Ευχαριστώ.
Όταν έμεινε μόνη, άγγιξε διακριτικά την τσέπη της. Το αντίγραφο της αίτησης ήταν εκεί. Το ξεδίπλωσε για μια στιγμή, είδε τη σφραγίδα, την ημερομηνία.
— Λίγο ακόμα, — ψιθύρισε.
Σκούπισε το πρόσωπό της και επέστρεψε στο σαλόνι. Τα βλέμματα ήταν επιφυλακτικά. Η Δήμητρα απέστρεψε το δικό της. Ο Νίκος και η Μαρία είχαν επιστρέψει, σιωπηλοί.
Η Αριάδνη άρχισε να μαζεύει άδεια πιάτα.
— Σε δέκα λεπτά φέρνω το κυρίως, — ανακοίνωσε ήρεμα.
Μέσα από την κλειστή πόρτα άκουσε τη Δήμητρα:
— Πώς αντέχεις μαζί της; Στο δικό μου σπίτι τέτοια ντροπή;
Ο Στέφανος απάντησε κάτι χαμηλόφωνα.
Η Αριάδνη ζέστανε το φαγητό, έβαλε σάλτσα, δούλευε μηχανικά. Η γαλήνη της δεν ήταν αδυναμία· ήταν απόφαση.
Λίγο μετά, ο Στέφανος σήκωσε το ποτήρι του.
— Πρόποση για τη μητέρα μου! Κι όσοι δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει οικογένεια, ας πιουν τουλάχιστον από ευγένεια!
Η Αριάδνη στάθηκε για μια στιγμή, ύστερα μπήκε κρατώντας τον δίσκο. Όλοι γύρισαν.
— Άφησέ τα και κάτσε, — της είπε σκληρά.
Εκείνη ακούμπησε τον δίσκο.
— Μισό λεπτό. Έχω φέρει κάτι ακόμα.
Αντί να επιστρέψει στην κουζίνα, πήγε στο υπνοδωμάτιο. Πήρε τη μεγάλη τσάντα που είχε ετοιμάσει από το πρωί. Ήταν βαριά.
Οι ψίθυροι άρχισαν πριν καν εμφανιστεί.
— Τι άλλο θα δούμε; — μουρμούρισε η Δήμητρα.
Η Αριάδνη μπήκε στο σαλόνι και άφησε την τσάντα σε μια άδεια καρέκλα.
— Τι είναι αυτό; — ρώτησε ο Στέφανος.
— Ένα ιδιαίτερο κέρασμα για τα γενέθλια, — απάντησε.
Άνοιξε το φερμουάρ. Έβγαλε έναν δεμένο με λάστιχο σωρό χαρτιά και τα ακούμπησε μπροστά τους. Μετά έναν φάκελο. Και άλλον έναν.
Η σιωπή έγινε απόλυτη.
— Τι σημαίνουν όλα αυτά; — είπε η Δήμητρα, με φωνή που πρόδιδε ανησυχία.
Ο Στέφανος κοίταζε ήδη τα έγγραφα και το βλέμμα του άλλαζε.
— Μάζεψέ τα. Τώρα, — ψιθύρισε.
— Όχι. Αυτά είναι για εσένα και για τη μητέρα σου. Το τελευταίο μου δώρο εδώ.
Έβγαλε το λάστιχο και άπλωσε αποδείξεις, μακριές λωρίδες ταμειακών που είχε ενώσει προσεκτικά.
— Αποδείξεις από καταστήματα οικοδομικών υλικών. Πέρυσι, όταν «ανακαίνιζες» το μπάνιο και τα παράθυρα. Μας είπες ότι χρειάζονταν διακόσιες χιλιάδες ευρώ. Μετά άλλες τόσες. Μετά κι άλλα.
Ο Στέφανος πετάχτηκε.
— Για το σπίτι ήταν!
— Έξι μήνες χωρίς μπάνιο, θυμάσαι; Και πάντα έλειπαν λεφτά. Έκανα τον υπολογισμό. Από τον κοινό λογαριασμό έφυγαν συνολικά διακόσιες τριάντα χιλιάδες ευρώ.
Έσπρωξε προς το μέρος του μια σελίδα με χειρόγραφες σημειώσεις.
— Εδώ είναι κάθε ανάληψη. Με ημερομηνία. Με την υπογραφή μου, γιατί εγώ κρατούσα τα οικονομικά, όπως μου ζήτησες.
Ο Νίκος έσκυψε να δει καλύτερα.
— Και οι αποδείξεις; — ρώτησε.
— Φτάνουν μόλις τις εκατόν είκοσι χιλιάδες. Τα υπόλοιπα; Πού πήγαν, Στέφανε;
Το πρόσωπό του άδειασε από χρώμα.
— Με παρακολουθούσες;
— Κατέγραφα. Αυτό δεν είναι παρακολούθηση. Είναι ευθύνη.
Η Δήμητρα έσφιξε το τραπεζομάντιλο.
— Τι υπονοείς;
Η Αριάδνη στάθηκε όρθια, τα χέρια της ακουμπισμένα ελαφρά στο τραπέζι.
— Υπονοώ ότι απόψε δεν θα μιλήσουμε για «θέσεις» και «υπακοή». Απόψε θα μιλήσουμε για χρήματα που λείπουν. Για ψέματα. Και για το τι σημαίνει πραγματικά οικογένεια.
Και τότε άνοιξε τον δεύτερο φάκελο.
