Η Αγγελική Σταματιάδη γύρισε αργά το βλέμμα της προς τον Κυριάκο Ρήγα. Στα μάτια της καθρεφτιζόταν μια σιωπηλή επιβεβαίωση: «Κατάλαβες τώρα;»
Η Βασιλική Βλάχος μπήκε στην κουζίνα κρατώντας μια μεγάλη υφασμάτινη τσάντα που φαινόταν βαριά.
— Κυριακάκο μου, σου έφτιαξα μπορς στο σπίτι και το έφερα ζεστό. Και πατάτες με κρέας, όπως σου αρέσουν. Ξέρω πόσο λατρεύεις τις πατάτες μου. Η Αγγελική, βέβαια, μάλλον δεν προλαβαίνει να μαγειρεύει πια…
Το πρόσωπο της Αγγελικής κοκκίνισε. Κάθε επίσκεψη της πεθεράς της συνοδευόταν από τέτοιες «καλοπροαίρετες» αιχμές.
— Σας ευχαριστώ, κυρία Βασιλική, αλλά φροντίζω εγώ για το φαγητό του άντρα μου.
— Ε, βέβαια, δεν αμφιβάλλω, — απάντησε εκείνη με ένα ελαφρύ νεύμα. — Απλώς το φαγητό της μάνας είναι αλλιώς. Πιο αγνό, πιο θρεπτικό. Έτσι δεν είναι, Κυριάκο;
Ο Κυριάκος ένιωθε σαν να κάθεται πάνω σε καρφιά. Η ατμόσφαιρα ανάμεσα στις δύο γυναίκες είχε ηλεκτριστεί και δεν έβρισκε τα σωστά λόγια.
— Μαμά, δεν χρειαζόταν να μπεις σε τέτοιο κόπο…
— Τι λες τώρα; Μένω τόσο κοντά. Για μένα δεν είναι τίποτα. Α, και κάτι ακόμα, Αγγελική… Παρατήρησα ότι στο μπάνιο έχει ξεκολλήσει ένα πλακάκι. Καλό θα ήταν ο Κυριάκος να το φτιάξει το Σαββατοκύριακο.
Η Αγγελική έσφιξε τα δάχτυλά της σε γροθιά. Δεν είχε έρθει μόνο με φαγητό· είχε επιθεωρήσει ολόκληρο το σπίτι.
— Πότε ακριβώς είδατε το πλακάκι στο μπάνιο; — ρώτησε ήρεμα, μα με παγωμένο τόνο.
— Ε, το πρωί… Πέρασα μια στιγμή. Ήθελα να δω αν ο Κυριάκος κοιμόταν καλά. Χθες φαινόταν εξαντλημένος. Και καθώς περνούσα, κοίταξα και το μπάνιο.
— Περνούσατε από πού;
Η Βασιλική Βλάχος δίστασε.
— Δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι ότι χρειάζεται επισκευή.
Η καρέκλα της Αγγελικής σύρθηκε απότομα στο πάτωμα καθώς σηκώθηκε.
— Δεν σας φαίνεται περίεργο να μπαίνετε πρωί-πρωί σε ξένο σπίτι και να ελέγχετε κάθε δωμάτιο;
— Ξένο; — αγανάκτησε η πεθερά. — Είναι το σπίτι του γιου μου!
— Είναι το σπίτι του γιου σας και της γυναίκας του. Και έχουμε δικαίωμα στην ιδιωτικότητά μας.
— Αγγελική! — προσπάθησε ο Κυριάκος να την ηρεμήσει.
Εκείνη όμως δεν μπορούσε πια να σωπάσει.
— Όχι, Κυριάκο. Φτάνει. Κυρία Βασιλική, σας ζητώ να μας επιστρέψετε τα κλειδιά του διαμερίσματος.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν αποπνικτική. Το πρόσωπο της Βασιλικής πρώτα άσπρισε και ύστερα κοκκίνισε.
— Δηλαδή απαιτείς να δώσω πίσω τα κλειδιά του ίδιου του παιδιού μου;
— Ζητώ μόνο σεβασμό στα όριά μας. Αν θέλετε να έρθετε, τηλεφωνήστε πρώτα. Αυτό συμβαίνει σε κάθε φυσιολογική οικογένεια.
— Σε άλλες ίσως! Όχι όμως στη δική μας! — στράφηκε προς τον γιο της. — Κυριάκο, θα επιτρέψεις στη νύφη σου να διώχνει τη μάνα σου από το σπίτι σου;
Όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω του. Έμεινε για λίγο ακίνητος, με το κεφάλι χαμηλωμένο. Από τη μία η γυναίκα που τον μεγάλωσε μόνη της μετά το διαζύγιο. Από την άλλη η σύζυγος που αγαπούσε και που, κατά βάθος, είχε δίκιο.
— Μαμά… — είπε τελικά σιγανά. — Ίσως η Αγγελική να έχει ένα σημείο. Ίσως να χρειαζόμαστε περισσότερο προσωπικό χώρο.
Η Βασιλική τον κοίταξε σαν να είχε μόλις δεχτεί προδοσία.
— Δηλαδή παίρνεις το μέρος της;
— Δεν παίρνω το μέρος κανενός. Απλώς πιστεύω ότι ένα ζευγάρι πρέπει να ζει ανεξάρτητα.
Η πεθερά κάθισε βαριά στην καρέκλα. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της.
— Άρα δεν με χρειάζεστε πια. Έγινα περιττή… ξένη.
Η Αγγελική ένιωσε ένα τσίμπημα ενοχής, όμως ήξερε πως δεν μπορούσε να κάνει πίσω.
— Δεν είστε ξένη. Είστε η μητέρα του Κυριάκου. Αλλά κάθε σχέση χρειάζεται όρια.
— Τι όρια; — ξέσπασε με λυγμούς η Βασιλική. — Ε…
