Η Αγγελική Σταματιάδη τον κοίταξε κατάματα. Στη φωνή της έτρεμε μια ένταση που δεν μπορούσε πια να κρύψει.
— Κυριάκο, στ’ αλήθεια δεν το αντιλαμβάνεσαι; Ή κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις; Μας παρακολουθεί. Ξέρει πότε φεύγουμε, πότε επιστρέφουμε, πότε είμαστε μέσα! Έχει μάθει το πρόγραμμά μας καλύτερα κι από εμάς τους ίδιους. Και εσύ το βρίσκεις φυσιολογικό;
Ο Κυριάκος Ρήγας ένιωσε τον εκνευρισμό να ανεβαίνει. Η μέρα στη δουλειά τον είχε εξαντλήσει· λαχταρούσε λίγη ησυχία, όχι άλλη μία συζήτηση για τη μητέρα του.
— Αγγελική, φτάνει. Ναι, ίσως καμιά φορά ξεπερνά τα όρια. Αλλά δεν το κάνει από κακία. Με νοιάζεται. Θέλει απλώς να είναι σίγουρη πως είμαστε καλά.
— Σε νοιάζεται; — επανέλαβε εκείνη με μισόκλειστα μάτια. — Δεν πρόκειται για ενδιαφέρον. Θέλει να ελέγχει τα πάντα στη ζωή σου. Κι αυτό δεν είναι το ίδιο πράγμα.
— Υπερβάλλεις.
— Αλήθεια; Τότε απάντησέ μου. Πότε πήρες τελευταία φορά μια απόφαση για το σπίτι μας χωρίς να ζητήσεις πρώτα τη γνώμη της;
Η ερώτηση τον αιφνιδίασε. Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
— Δεν καταλαβαίνω πού το πας…
— Το καινούργιο σαλόνι το διαλέξατε μαζί. Για την ανακαίνιση του μπάνιου της τηλεφώνησες πριν κλείσεις μάστορα. Ακόμα και την ταπετσαρία στο υπνοδωμάτιο την επιλέξαμε με βάση τη δική της άποψη. Και θυμάσαι την πρόταση για προαγωγή στη δουλειά μου; Εκείνη που θα με πήγαινε σε άλλο προάστιο; Ποια ήταν που σου είπε πως «δεν είναι σωστό η γυναίκα να δουλεύει τόσο μακριά από το σπίτι»;
Οι αναμνήσεις ξεδιπλώθηκαν μία προς μία στο μυαλό του. Δεν του άρεσε η εικόνα που σχηματιζόταν.
— Δεν είναι κακό να συμβουλεύεσαι τους γονείς σου…
— Συμβουλή είναι όταν σου αφήνουν επιλογή. Εκείνη δεν συμβουλεύει· καθοδηγεί. Και εσύ ακολουθείς χωρίς αντίρρηση.
Η Αγγελική πλησίασε το τραπέζι και πήρε το κινητό.
— Θέλεις απόδειξη; Πάρε την τώρα τηλέφωνο και πες της ότι αλλάζουμε κλειδαριές. Χωρίς εξηγήσεις. Απλώς ενημέρωσέ την.
— Για ποιο λόγο να το κάνω;
— Γιατί αυτό το σπίτι είναι δικό μας. Δικό μας, Κυριάκο. Εμείς αποφασίζουμε ποιος έχει κλειδί και ποιος όχι.
Εκείνος κράτησε το τηλέφωνο, μα τα δάχτυλά του έμειναν ακίνητα.
— Θα πληγωθεί…
— Κι εγώ τι είμαι; Δεν πληγώνομαι; — κάθισε απέναντί του. — Ζω σε έναν χώρο όπου δεν έχω ιδιωτικότητα. Όπου η πεθερά μου μπορεί να ανοίξει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας ενώ κοιμάμαι και αυτό θεωρείται φυσιολογικό.
Η φωνή της μαλάκωσε, αλλά παρέμενε σταθερή.
— Δεν σου ζητώ να απομακρυνθείς από τη μητέρα σου. Σου ζητώ να βάλεις όρια. Να προστατεύσεις τον γάμο μας. Τον δικό μας χώρο.
— Και τι να της πω;
— Τίποτα περίπλοκο. «Μαμά, αλλάξαμε τις κλειδαριές. Αν θέλεις να έρθεις, πάρε πρώτα τηλέφωνο». Αυτό μόνο.
Ο Κυριάκος γύριζε τη συσκευή μέσα στις παλάμες του. Ήξερε πως η Αγγελική είχε δίκιο. Όμως η ιδέα να αντιταχθεί στη Βασιλική Βλάχο τον φόβιζε. Όταν εκείνη πληγωνόταν, μπορούσε να κρατήσει αποστάσεις για εβδομάδες, να τον πνίξει με σιωπές και παράπονα.
— Κι αν στενοχωρηθεί;
— Ας στενοχωρηθεί. Είσαι ενήλικος άντρας, Κυριάκο. Έχεις σύζυγο, έχεις τη δική σου οικογένεια. Δεν μπορείς να ζεις μόνιμα με τον φόβο μήπως δυσαρεστήσεις τη μαμά σου.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ο μεταλλικός ήχος του κλειδιού στην πόρτα. Η κλειδαριά γύρισε και η εξώπορτα άνοιξε. Στον διάδρομο αντήχησαν γνώριμα βήματα.
— Καλησπέρα, παιδιά! Επέστρεψα! Δεν σας είδα στο παράθυρο και είπα να ανέβω να δω αν όλα είναι καλά.
