“Είσαι σεφ σε αξιοπρεπές εστιατόριο· δεν μπορείς να φροντίσεις σωστά τον ίδιο σου τον άντρα;” αναφώνησε ο Αλέξανδρος θεατρικά, τραβώντας τον γιακά της βυσσινής ρόμπας του ενώ η Μαρία επικαλέστηκε τον στενό προϋπολογισμό

Η λιτότητα είναι αμείλικτα σκληρή αλλά αξιοπρεπής
Ιστορίες

…στις γυναίκες μετά τα σαράντα ο τίτλος της παντρεμένης είναι, λέει, απαραίτητος σαν το οξυγόνο. Αλλιώς ντρέπονται μπροστά στις παρέες τους.

Πάγωσα στο χολ. Το παλτό έμεινε κρεμασμένο στο μπράτσο μου, σαν να είχε βαρίδια.

— Της τα σερβίρω ωραία, — συνέχισε ο Αλέξανδρος, ρουφώντας με ευχαρίστηση κάτι που έμοιαζε με μπίρα. — Της μιλάω για κατάθλιψη, για το ότι δεν μου προτείνουν τίποτα αντάξιο. Να πάω πάλι να γυρίζω τιμόνι για ψίχουλα; Δεν βρέθηκα στα σκουπίδια εγώ. Ας δουλεύει εκείνη. Μαγειρεύει, της είναι έμφυτο να εξυπηρετεί. Αύριο θα της πω πως χρειάζομαι μια πολυθρόνα μασάζ, καλή, καμιά εκατοστή χιλιάρικα. Θα τη φέρει τρέχοντας. Εγώ θα αράζω κι εκείνη θα συνεχίζει να τραβάει κουπί.

Δεν ένιωσα μαχαιριά στην καρδιά. Ούτε δάκρυα, ούτε θόλωμα στο βλέμμα, ούτε την ανάγκη να σπάσω πιάτα. Μονάχα μια διαυγής, παγωμένη διαύγεια. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως τόσα χρόνια δεν στήριζα έναν άνθρωπο χαμένο ή τσακισμένο από τις συνθήκες, αλλά έναν υπολογιστή τύπο που απομυζούσε συστηματικά τον χρόνο μου, τα χρήματά μου, την ίδια μου τη ζωή.

Προχώρησα αθόρυβα στο υπνοδωμάτιο. Από το πάνω ράφι κατέβασα δύο τεράστιες καρό τσάντες, από εκείνες τις παλιές, ανθεκτικές, που χωρούσαν τα πάντα. Άνοιξα την ντουλάπα του Αλέξανδρου.

Καμία υστερία. Καμία φωνή. Κινήθηκα με ψυχρή ακρίβεια. Πουλόβερ, παντελόνια, η στοίβα με τα μπλουζάκια του, κάλτσες — όλα κατέληγαν μέσα στις τσάντες χωρίς να τα διπλώνω. Δεν με ενδιέφερε η τάξη. Ύστερα κάθισα στο γραφείο μου, τράβηξα ένα φύλλο χαρτί και άρχισα να γράφω.

«Συνδρομή αθλητικών καναλιών — 1.500. Φιστίκια και “ψαγμένες” μπίρες κάθε εβδομάδα — 8.000. Μεταξωτή ρόμπα με δράκους — 12.000. Λογαριασμός κινητού — 1.000. Σύνολο: 22.500 ευρώ καθαρή ζημιά μόνο για αυτόν τον μήνα».

Κοίταξα το νούμερο. Ούτε καν είχα καταγράψει τα πάντα.

Έσυρα τις φουσκωμένες τσάντες ως τον διάδρομο. Το τρίξιμο του χοντρού πλαστικού τράβηξε επιτέλους την προσοχή του «κυρίαρχου του σπιτιού».

Ο Αλέξανδρος ξεπρόβαλε από το σαλόνι. Στο πρόσωπό του υπήρχε αρχικά μια απορία, που γρήγορα μετατράπηκε στη γνωστή συγκατάβαση.

— Μαρία, γιατί γύρισες τόσο νωρίς; Και τι τα θέλεις αυτά; Πας κάπου; Στο εξοχικό; Και το φαγητό; Έχω αρχίσει να πεινάω.

Ίσιωσα την πλάτη και τον κοίταξα κατάματα.

— Δεν φεύγω εγώ, Αλέξανδρε. Εσύ αναχωρείς. Με τα πόδια, αν χρειαστεί. Να πας να βρεις τον εαυτό σου και την περιβόητη αξιοπρέπειά σου.

— Τι λες τώρα; — γέλασε, θεωρώντας το καπρίτσιο μου. — Πάλι νεύρα; Σταμάτα το θέατρο. Κουράστηκα σήμερα, κοίταζα τρεις αγγελίες για θέσεις υψηλόβαθμων στελεχών. Με έχει φάει το άγχος.

— Άκουσα όλη τη συζήτησή σου με τον Δημήτριο, — απάντησα ήρεμα.

Ψίθυροι Ζωής