…ξοδεύοντας παράλληλα τον μισθό μου και απαιτώντας «εκλεκτές λιχουδιές» για να μη σβήσει, όπως έλεγε, το εύθραυστο ηθικό του.
Η εξώπορτα έκλεισε με δύναμη. Στο κατώφλι εμφανίστηκε η Γεωργία — η πεθερά μου. Διέθετε δικό της κλειδί και αρνιόταν πεισματικά να το επιστρέψει, επικαλούμενη το ιερό καθήκον της μάνας να βεβαιώνεται πως το «παιδί» της δεν υποσιτίζεται.
— Στα χρόνια τα δικά μας η γυναίκα στήριζε τον άντρα της! — διακήρυξε αντί για καλημέρα, αφήνοντας με στόμφο τη ξεπερασμένη τσάντα της πάνω στο σκαμνί της κουζίνας. — Εγώ εργαζόμουν γραμματέας στο Πολιτιστικό Κέντρο, και ο διευθυντής μας, ο Ιωάννης, κυκλοφορούσε πάντα με κολλαρισμένο γιακά. Η σύζυγός του του εξασφάλιζε ηρεμία και φροντίδα, τον είχε βασιλιά. Εσύ, Μαρία, έχεις καταταλαιπωρήσει τον Αλέξανδρο με τις παρατηρήσεις σου. Ο άντρας είναι σαν κρυστάλλινο βάζο — θέλει προσοχή!
Άφησα τη σπάτουλα, έπλυνα σχολαστικά τα χέρια μου και στάθηκα απέναντί της, ακουμπώντας στον νεροχύτη με τα χέρια σταυρωμένα.
— Κυρία Γεωργία, — είπα ήρεμα, με φωνή σταθερή σαν χαμηλό βουητό συσκευής, — ο Ιωάννης μάλλον έφερνε μισθό στο σπίτι. Δεν ήταν ξαπλωμένος πέντε χρόνια στον καναπέ περιμένοντας να του απονείμουν βαθμό στρατηγού. Ο γιος σας έχει να δουλέψει από το 2021. Στο μεταξύ έχει λιώσει δύο παντελόνια στον καναπέ και έχει τερματίσει όλα τα επίπεδα στα «Τανκάκια» από τον δικό μου υπολογιστή. Κρυστάλλινο βάζο; Περισσότερο μου θυμίζει μαντεμένια λεκάνη.
Η πεθερά μου τίναξε τα χέρια αγανακτισμένη. Το φαρδύ της μανίκι χτύπησε την ανοιχτή αλατιέρα· εκείνη έπεσε με ξερό ήχο στα πλακάκια και το λευκό αλάτι σκορπίστηκε παντού.
— Είναι… είναι μια φάση! Απλώς δεν είναι φτιαγμένος για βαριές δουλειές, είναι χαρισματικός! — ψέλλισε, σκύβοντας να μαζέψει τους κόκκους και καταφέρνοντας μόνο να τους απλώσει περισσότερο.
Η επιβλητική της αυτοπεποίθηση ξεφούσκωσε απότομα, σαν μπαλόνι που τρυπήθηκε. Μάζεψε την τσάντα της και αποσύρθηκε βιαστικά στον διάδρομο.
Την επόμενη ημέρα με περίμενε διπλοβάρδια. Στο εστιατόριο είχε προγραμματιστεί δεξίωση για εξήντα άτομα και προετοιμαζόμουν ψυχολογικά για δεκατέσσερις ώρες όρθια. Όμως το πρωί έσπασε ένας σωλήνας στην κεντρική αίθουσα. Το νερό κόπηκε, η εκδήλωση ακυρώθηκε, κι εγώ, εξαντλημένη από την αναστάτωση, πήρα τον δρόμο του γυρισμού πριν καν μεσημεριάσει.
Ξεκλείδωσα αθόρυβα. Από το σαλόνι ακουγόταν η φωνή του Αλέξανδρου, γεμάτη ευθυμία. Μιλούσε στο τηλέφωνο με τον φίλο του, τον Δημήτριο.
— Πού θα πάει, ρε Δημήτρη; — έλεγε μασουλώντας με θόρυβο τα φιστίκια που είχα αγοράσει για τη διακόσμηση των γλυκών μου. — Στις γυναίκες…
