“Είναι και δικό μου σπίτι” είπε ήρεμα η Ευρυδίκη καθώς ο Ανδρέας πετούσε το παλτό εκνευρισμένος

Η ασυγχώρητη υποκρισία τους ήταν αβάσταχτη.
Ιστορίες

Δεν χρειάστηκε να μιλήσει. Η Ευρυδίκη το διάβασε στο πρόσωπό του πριν ακόμη προλάβει να κλείσει την πόρτα πίσω του. Κάτι είχε αλλάξει. Όχι όπως τις άλλες φορές, που η Παρασκευή Σπυροπούλου μιλούσε αδιάκοπα κι ο Ανδρέας απλώς άκουγε, σχεδόν υπνωτισμένος. Αυτή τη φορά η συζήτηση είχε υπάρξει αληθινή.

Έβγαλε το μπουφάν του αργά.

— Έκλαψε, είπε χαμηλόφωνα.

— Δεν μου κάνει εντύπωση.

— Ευρυδίκη, σε παρακαλώ…

— Δεν το λέω ειρωνικά. Είναι ο τρόπος της. Όταν τελειώνουν τα επιχειρήματα, αρχίζουν τα δάκρυα.

Σιώπησε για λίγο, σαν να ζύγιζε τα επόμενα λόγια του.

— Υποστηρίζει ότι ήθελε να κρατήσει τα χρήματα στην άκρη. Για τα γεράματα. Φοβάται, λέει, μήπως μείνει χωρίς τίποτα.

Η Ευρυδίκη τον κοίταξε σταθερά.

— Μιλάμε για δικά της χρήματα ή για κοινά;

Η παύση που ακολούθησε ήταν βαριά.

— Για δικά μας, απάντησε τελικά, σχεδόν ψιθυριστά.

Στο γραφείο της δικηγόρου πήγαν μαζί.

Η Αρτέμις Δημητριάδης ήταν γύρω στα τριάντα πέντε, με καθαρό βλέμμα και φωνή ήρεμη, από εκείνες που βάζουν τάξη στο χάος χωρίς να υψώνουν τόνο. Το γραφείο της, σε έναν φωτεινό δρόμο του κέντρου, είχε λιτή επίπλωση και έναν σωρό φακέλους τακτοποιημένους με ακρίβεια. Μελέτησε τα έγγραφα προσεκτικά, τους έκανε συγκεκριμένες ερωτήσεις και στο τέλος έγειρε ελαφρά πίσω στην καρέκλα.

— Υπάρχει νομική βάση για να κινηθούμε, είπε. Δεν είναι αδύναμη υπόθεση.

— Πόσο θα τραβήξει; ρώτησε ο Ανδρέας.

— Δεν θα τελειώσει γρήγορα. Και θα σας δοκιμάσει.

— Αντοχές έχουμε, απάντησε η Ευρυδίκη χωρίς δισταγμό.

Ο Ανδρέας δεν μιλούσε πολύ, όμως όταν ήρθε η στιγμή να υπογράψει την εξουσιοδότηση, πήρε τον χρόνο του. Διάβασε κάθε σελίδα, κάθε παράγραφο. Η Αρτέμις περίμενε αδιαμαρτύρητα.

Δύο μέρες αργότερα, χτύπησε το τηλέφωνο.

Η Ευρυδίκη είδε το όνομα και, αντί να το αφήσει να σβήσει όπως έκανε παλιότερα, απάντησε.

Η φωνή της Παρασκευής δεν είχε τη συνηθισμένη αυτοπεποίθηση. Έλειπε εκείνη η γλυκύτητα που κάλυπτε αιχμές.

— Ευρυδίκη, θέλω να συναντηθούμε.

— Σας ακούω.

— Όχι από το τηλέφωνο. Έλα από εδώ.

Σκέφτηκε μια στιγμή.

— Αύριο, στις δώδεκα.

Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως. Η Παρασκευή Σπυροπούλου στεκόταν χωρίς επιμελημένο χτένισμα, με μια απλή ρόμπα. Για πρώτη φορά, η Ευρυδίκη δεν είδε τη γυναίκα που προσπαθούσε να μοιάζει νεότερη, αλλά μια εξηντάχρονη κουρασμένη, με σκιές κάτω από τα μάτια.

Κάθισαν στην κουζίνα. Τα χέρια της Παρασκευής ήταν σταυρωμένα πάνω στο τραπέζι.

— Έκανα λάθος, είπε τελικά. Για το οικόπεδο.

Η Ευρυδίκη περίμενε.

— Σκέφτηκα πως δεν πειράζει. Όλα στην οικογένεια μένουν. Όμως δεν ήταν δικό μου να το αποφασίσω. Έχω συνηθίσει να πιστεύω ότι ξέρω καλύτερα. Ο Ανδρέας από μικρός… με άκουγε πάντα. Κι εγώ…

Η φράση έμεινε μετέωρη.

— Καταλαβαίνω, απάντησε ήρεμα η Ευρυδίκη.

— Είσαι θυμωμένη;

Η αλήθεια δεν χωρούσε σε μία λέξη.

— Θύμωσα. Για πολύ καιρό. Τώρα θέλω να τελειώσει σωστά. Το οικόπεδο πρέπει να επιστρέψει σε εμάς. Τα υπόλοιπα… μπορούμε να τα ξαναχτίσουμε. Αν δεχτείτε ότι οι κανόνες αλλάζουν.

Η Παρασκευή την κοίταξε επίμονα. Στο βλέμμα της δεν υπήρχε πια υπεροχή ούτε κρυφή αξιολόγηση.

— Έχεις δύναμη, είπε στο τέλος. Όχι σαν φιλοφρόνηση. Σαν διαπίστωση.

— Έμαθα να προσέχω, αποκρίθηκε η Ευρυδίκη.

Τέσσερις μήνες μετά, το οικόπεδο είχε επιστρέψει νόμιμα σε αυτούς. Δεν χρειάστηκε δικαστήριο· η Παρασκευή συναίνεσε στη μεταβίβαση. Η Αρτέμις Δημητριάδης χαρακτήρισε τη λύση σοφή και η Ευρυδίκη συμφώνησε.

Την ημέρα που ολοκληρώθηκαν οι υπογραφές, πήγαν μαζί εκεί. Είχαν να πατήσουν σχεδόν δύο χρόνια. Το παλιό σπίτι στεκόταν σιωπηλό, ο κήπος είχε αγριέψει, οι μηλιές ήταν απεριποίητες.

Ο Ανδρέας περπατούσε αργά ανάμεσα στα δέντρα. Η Ευρυδίκη κάθισε στο σκαλί της βεράντας με έναν καφέ από θερμός.

— Μπορεί να γίνει όμορφο πάλι, είπε εκείνος ύστερα από ώρα.

— Μπορεί.

— Θα το ήθελες;

Τον παρατήρησε. Στεκόταν δίπλα σε μια γερασμένη μηλιά, λίγο αμήχανος, διαφορετικός από τον άνθρωπο που ήταν πριν τρία χρόνια.

— Εξαρτάται, απάντησε ειλικρινά.

— Από τι;

— Από πολλά. Κι από εσένα.

Κάθισε δίπλα της. Οι ώμοι τους ακούμπησαν. Η σιωπή δεν ήταν πια εχθρική. Από τον διπλανό κήπο ακουγόταν το χτύπημα ενός δρυοκολάπτη, ρυθμικό και σταθερό.

— Άργησα να δω, είπε ο Ανδρέας. Πολύ άργησα. Δεν είναι δικαιολογία.

— Το ξέρω ότι το ξέρεις.

— Και τώρα;

Η Ευρυδίκη τελείωσε τον καφέ της, βίδωσε το καπάκι.

— Τώρα ξεκινάμε από τα πρακτικά. Πρώτα θα κλαδέψουμε τις μηλιές. Τις έχουμε αφήσει στην τύχη τους.

Εκείνος χαμογέλασε διακριτικά.

— Ξέρω από κλάδεμα.

— Το θυμάμαι, είπε. Το είχες πει κάποτε.

Κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο για τα εργαλεία. Ο Ανδρέας την παρακολουθούσε σιωπηλός. Ίσως σκεφτόταν κι εκείνος πως κάποια πράγματα διορθώνονται αν τα φροντίσεις έγκαιρα. Κι άλλα χρειάζονται να τα ξαναφυτέψεις.

Από την αρχή.

Στη δική σου γη.

Ψίθυροι Ζωής