Η σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. Εκείνος σώπασε για λίγο και ύστερα, σαν να ανακάλυψε ξαφνικά μια διέξοδο, αναθάρρησε.
— Εντάξει. Ας το πάρουμε από την αρχή. Θα τα διορθώσω όλα, σου το υπόσχομαι. Κατάλαβα στ’ αλήθεια. Μη δίνεις όμως διαστάσεις τραγωδίας. Έχουμε παιδί.
— Ακριβώς επειδή έχουμε παιδί, δεν πρόκειται να κάνω σκηνές, — απάντησε ήρεμα η Ελένη Παπαδοπούλου. — Έχω φροντίσει τα πάντα χωρίς φωνές.
— Τι σημαίνει «χωρίς φωνές»;
— Σημαίνει αυτό που ακούς. Αν πεινάς, φάε. Τα κεφτεδάκια είναι στην κατσαρόλα. Εγώ με τον Παναγιώτη Σταματιάδη θα πάμε στη μητέρα μου για το Σαββατοκύριακο. Την κάρτα σου άφησέ τη πάνω στο τραπέζι.
Τον είδε να χαλαρώνει. Ένα χαμόγελο ανακούφισης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.
— Να το λοιπόν. Ήξερα πως θα ηρεμούσες. Σε ευχαριστώ, αλήθεια. Νόμιζα πως με είχες ήδη διαγράψει από τη ζωή σου.
— Έκανες ό,τι μπορούσες για να συμβεί αυτό, — του ανταπέδωσε εκείνη.
Το βράδυ της Κυριακής ο Νίκος Λαζαρίδης άνοιξε την πόρτα με το κλειδί του και αμέσως ένιωσε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το σπίτι ήταν βουβό. Ούτε παιδικά στην τηλεόραση, ούτε ο θόρυβος του πλυντηρίου, ούτε βήματα να τρέχουν. Στον διάδρομο δεν υπήρχε τίποτα. Στην ντουλάπα κρέμονταν τα σακάκια του και ανάμεσά τους κενό. Στο παιδικό δωμάτιο έλειπε το κρεβατάκι, τα κουτιά με τα αυτοκινητάκια, ακόμα και το μικρό φωτάκι με το ξεφτισμένο αστεράκι.
Στο τραπέζι της κουζίνας βρισκόταν η τραπεζική του κάρτα. Δίπλα, ένας φάκελος με έγγραφα και ένα διπλωμένο χαρτί.
Διάβασε πρώτα την αίτηση διαζυγίου. Έπειτα τα χαρτιά για τη διατροφή. Μετά την απόφαση για τον τόπο κατοικίας του παιδιού. Μόνο στο τέλος άνοιξε το σημείωμα.
«Ήθελες να πληρώνεις αποκλειστικά για τον εαυτό σου. Από εδώ και πέρα έτσι θα γίνεται. Σταθερά, νόμιμα και χωρίς παρεμβάσεις από καμία “μαμά”. Μην ανησυχείς, δεν πήρα τίποτα δικό σου. Ό,τι θεωρούσες περιουσία σου, έμεινε εδώ. Ακόμη και η ψευδαίσθηση ότι διοικούσες αυτή την οικογένεια. Ο Παναγιώτης δεν είναι έξοδο σε προϋπολογισμό, Νίκο. Είναι ο γιος σου. Ίσως κάποτε το καταλάβεις.»
Κάθισε στο σκαμπό και κοίταζε για ώρα την άδεια εστία. Πρώτη φορά η ησυχία δεν του φάνηκε ξεκούραση. Ήταν σαν τελικός λογαριασμός που μόλις είχε εκδοθεί στο ακέραιο.
Έναν μήνα αργότερα, η Ελένη ξύπνησε στο καινούργιο νοικιασμένο διαμέρισμα με την παλιά, μηχανική σκέψη: να σηκωθεί νωρίς, να ετοιμάσει φαγητό για τον άντρα της, να ελέγξει αν έχει βενζίνη το αυτοκίνητο, να θυμηθεί τη δόση του δανείου. Και μετά συνειδητοποίησε πως δεν όφειλε πια τίποτα σε κανέναν — παρά μόνο στο παιδί της και στον εαυτό της.
Η κουζίνα ήταν λουσμένη στο φως. Ο βραστήρας έβραζε ήρεμα, χωρίς νευρικότητα. Ο Παναγιώτης έφτιαχνε με τα τουβλάκια του ένα πάρκινγκ και της εξηγούσε με σοβαρό ύφος γιατί το πράσινο αυτοκινητάκι δεν μπορούσε να σταθμεύσει δίπλα στο πυροσβεστικό.
Το ίδιο βράδυ, η Δήμητρα Σιδέρης τη ρώτησε:
— Λοιπόν; Νιώθεις καλύτερα;
Η Ελένη το σκέφτηκε λίγο.
— Το πιο παράξενο δεν είναι ότι τα χρήματα φτάνουν πλέον, — είπε τελικά. — Το πιο παράξενο είναι ότι στο σπίτι υπάρχει ξαφνικά χώρος. Για πράγματα, για ανάσα, για ύπνο. Για μένα.
Και αυτό ήταν ίσως το ακριβότερο δώρο που είχε χαρίσει στον εαυτό της — χωρίς δάνειο, χωρίς δόσεις, χωρίς κανέναν να της υπαγορεύει τους όρους.
