…Σκοπεύεις να… φύγεις χωρίς να μου το πεις;
Ο Δημήτριος Οικονόμου έμεινε άφωνος για λίγες στιγμές. Την κοίταζε, σαν να υπολόγιζε πόσα γνώριζε. Έπειτα ρώτησε αργά:
— Ποιος σου το είπε;
Και μέσα σε αυτή τη φράση υπήρχε η απάντηση. Όχι άρνηση. Όχι έκπληξη. Μόνο ο φόβος της αποκάλυψης.
Η Αναστασία Διαμαντοπούλου έγνεψε ανεπαίσθητα, σαν άνθρωπος που επιβεβαιώνει έναν παλιό του φόβο.
— Κατάλαβα, ψιθύρισε.
— Αναστασία, άκουσέ με…
— Όχι τώρα.
Πήρε την τσάντα της, πέρασε στον διάδρομο και φόρεσε το μπουφάν της.
— Πού πας; ρώτησε, ακολουθώντας την. Στη φωνή του δεν υπήρχε πια θυμός· υπήρχε ανησυχία.
— Χρειάζομαι χρόνο. Μόνη μου.
Και έκλεισε την πόρτα πίσω της.
Το κλιμακοστάσιο ήταν βουβό. Το ασανσέρ, όπως σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο, δεν λειτουργούσε. Κατέβηκε τα σκαλιά αργά, κρατώντας το κάγκελο, ενώ στο μυαλό της αντηχούσαν τα λόγια της Ελένης Λεοντιάδη, όταν αποχαιρετίστηκαν έξω από το καφέ:
«Δεν ξέρω τι θα αποφασίσετε. Αλλά δείχνετε άνθρωπος που αντέχει».
Τότε είχε απλώς χαμογελάσει. Τώρα, βγαίνοντας στο φως ενός ανοιξιάτικου απογεύματος που έμοιαζε σχεδόν ανέμελο, αναρωτήθηκε κάτι άλλο: η Αγγελική Οικονόμου γνώριζε; Ήξερε για τα διαμερίσματα, για τα σχέδια του γιου της;
Πιθανότατα το ήξερε από καιρό.
Κι αυτή η σκέψη άλλαζε τα πάντα.
Έμεινε στο αυτοκίνητο χωρίς να βάζει μπρος. Κοίταζε την πολυκατοικία απέναντι — μια συνηθισμένη πενταώροφη οικοδομή, μπαλκόνια με απλωμένα ρούχα, ένα ποδήλατο ακουμπισμένο στην είσοδο. Μια ζωή απλή, σχεδόν αδιάφορη.
Έβγαλε το κινητό και έστειλε μήνυμα στην Ελένη: «Μπορούμε να συναντηθούμε ξανά; Θέλω να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα».
Η απάντηση ήρθε άμεσα: «Αύριο, στο ίδιο μέρος».
Μετά άνοιξε την εφαρμογή της τράπεζας. Κοίταξε τον κοινό τους λογαριασμό — εκείνον που είχαν ανοίξει πριν τρία χρόνια «για τα έξοδα του σπιτιού». Το ποσό ήταν γνώριμο, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κι όμως, το κοιτούσε σαν να το έβλεπε πρώτη φορά.
Ύστερα τηλεφώνησε στη μητέρα της. Όχι για να παραπονεθεί. Μόνο για να ακούσει τη φωνή της.
Τις επόμενες δύο εβδομάδες η καθημερινότητα έμοιαζε απαράλλαχτη. Δουλειά το πρωί, επιστροφή το βράδυ, ένα σύντομο δείπνο, συζητήσεις χωρίς ουσία. Ο Δημήτριος, μετά την κουβέντα για τα διαμερίσματα, φαινόταν να έχει ηρεμήσει. Εφόσον εκείνη δεν επέμενε, πίστεψε πως το θέμα είχε κλείσει.
Έκανε λάθος.
Η Αναστασία συναντήθηκε άλλες δύο φορές με την Ελένη. Συζήτησαν λεπτομέρειες με ψυχραιμία, σαν να ανέλυαν επαγγελματικό σχέδιο. Η Ελένη μιλούσε μόνο για όσα γνώριζε με βεβαιότητα, χωρίς υπερβολές. Γι’ αυτό και η Αναστασία την εμπιστευόταν.
Η εικόνα που σχηματίστηκε ήταν απλή και δυσάρεστη.
Τους τελευταίους έξι μήνες ο Δημήτριος μετέφερε μικρά ποσά σε ξεχωριστό λογαριασμό. Όχι απευθείας από τον κοινό — από την προσωπική του κάρτα, η οποία όμως τροφοδοτούνταν και από τα οικογενειακά έσοδα. Το διαμέρισμα που επισκεπτόταν βρισκόταν σε καινούργια συνοικία, στην άλλη άκρη της πόλης. Ο μεσίτης ήταν γνωστός της μητέρας του.
Η Αγγελική Οικονόμου όχι μόνο γνώριζε· πιθανόν είχε κινήσει τα νήματα.
Η Αναστασία θυμήθηκε μια παλιά κουβέντα, μήνες πριν, όταν η πεθερά της είχε πει αδιάφορα: «Ο Δημητράκης αξίζει μια ήρεμη ζωή». Τότε δεν έδωσε σημασία. Τώρα αναρωτιόταν τι σήμαινε «ήρεμη». Ζωή χωρίς σύζυγο που δεν προθυμοποιείται να τη συνοδεύει σε γιατρούς και εξετάσεις;
Μάλλον αυτό.
Την τρίτη εβδομάδα επισκέφθηκε δικηγόρο. Νέα γυναίκα, γραφείο σε σύγχρονο κτίριο, βλέμμα καθαρό. Η Αναστασία εξήγησε τα γεγονότα χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις.
— Το αυτοκίνητο; ρώτησε η δικηγόρος. Αγοράστηκε πριν ή μετά τον γάμο;
— Μετά, αλλά με δικά μου χρήματα. Είχα αποταμιεύσει ξεχωριστά.
— Υπάρχουν αποδείξεις;
— Όλες.
— Ωραία. Πάμε τώρα στον κοινό λογαριασμό και στα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία…
Μίλησαν για πάνω από μία ώρα.
Όταν έφυγε, κρατούσε έναν φάκελο με λίστα εγγράφων. Καθώς κάθισε στο αυτοκίνητο, ένιωσε για πρώτη φορά κάτι που έμοιαζε με ανακούφιση. Όχι χαρά — αλλά καθαρότητα σκέψης. Όταν ξέρεις ποιο είναι το επόμενο βήμα, ο φόβος μικραίνει.
Η συζήτηση με τον Δημήτριο έγινε ένα βράδυ Τετάρτης.
Δεν ύψωσε τη φωνή. Δεν δάκρυσε. Τοποθέτησε απλώς στο τραπέζι μια εκτύπωση — κινήσεις της προσωπικής του κάρτας, που εκείνος είχε αφήσει ανοιχτές στο κοινό tablet πριν από έναν μήνα.
Δεν είπε τίποτα. Στάθηκε στο παράθυρο.
Ο Δημήτριος διάβαζε σιωπηλός. Μετά σήκωσε το βλέμμα.
— Αναστασία…
— Σε παρακαλώ. Όχι δικαιολογίες. Τα ξέρουμε και οι δύο.
Προσπάθησε να εξηγήσει, να μιλήσει για σκέψεις που «δεν είχαν οριστικοποιηθεί», για σχέδια που «ήταν απλώς ιδέες». Τα λόγια του μπλέκονταν. Δεν υπήρχε επιθετικότητα· μόνο σύγχυση.
Στο τέλος σώπασε.
— Πήγες ήδη σε δικηγόρο, είπε τελικά.
— Ναι.
Σιωπή.
— Και τώρα;
— Τώρα θα φύγεις εσύ. Το διαμέρισμα αγοράστηκε πριν τον γάμο. Είναι στο όνομά μου. Μπορείς να το επιβεβαιώσεις όπου θέλεις.
Σηκώθηκε αργά, περπάτησε μέσα στο σαλόνι και στάθηκε δίπλα της. Τόσο κοντά όσο παλιά — κι όμως, ανάμεσά τους υπήρχε πλέον κάτι βαρύ, αόρατο και αμετάκλητο.
